Posts Tagged ‘Τεύχος 2’

Werner_Herzog_by_Zelfers  (του Νίκου Μαύρου)

Τον Ιανουάριο του 2012 προβλήθηκε στην Ίριδα για το σεμινάριο της Τετάρτης το ντοκιμαντέρ του Βέρνερ Χέρτζογκ «Η γη της σιωπής και της νύχτας» (Land des Schweigens und der Dunkelheit). Παρά το ότι η προβολή ήταν στα μέσα της εβδομάδας και το συγκεκριμένο φιλμ δεν είναι από τα γνωστά του Χέρτζογκ οι θεατές παρέμειναν στην αίθουσα μέχρι το τέλος της προβολής. Η προβολή αυτού του ντοκυμαντέρ ήταν μια καλή αφορμή για να θυμηθούμε πως ο Βέρνερ Χέρτζογκ είναι μια ξεχωριστή περίπτωση στην ιστορία του κινηματογράφου με έργο μεγάλο σε έκταση και διάρκεια που χαρακτηρίζεται από την ιδιαίτερη και έντονη προσωπικότητά του. Ο Χέρτζογκ γεννήθηκε στη Γερμανία τον Σεπτέμβρη του 1942 και γύρισε την πρώτη ταινία του, τον «Ηρακλή», το 1962 όταν ήταν είκοσι χρονών. Στην πενηντάχρονη διαδρομή του έχει σκηνοθετήσει περισσότερες από είκοσι ταινίες μεγάλου μήκους, πολλές μικρού μήκους και ντοκιμαντέρ έχει επίσης σκηνοθετήσει για το θέατρο και την όπερα, έχει εργαστεί ως ηθοποιός και έχει γράψει βιβλία και σενάρια. Είναι ίσως περισσότερο γνωστός για τις ταινίες «Αγκίρε» (1972), «Βόιτσεκ» (1979) και «Φιτζκαράλντο» (1982) αλλά και για την περιπετειώδη ζωή του όμως το πιο σημαντικό στοιχείο από την βιογραφία του είναι πως μαζί με τους Φασμπίντερ, Τρότα, Σλέντορφ και Βέντερς ανήκει στη γενιά που ανανέωσε το μεταπολεμικό Γερμανικό σινεμά..  Η «Γη της σιωπής και της νύχτας» έχει διάρκεια 85 λεπτά και γυρίστηκε το 1971 στη Γερμανία σε έγχρωμο φιλμ 35 χιλιοστών, με την μηχανή λήψης στο χέρι  και με χρήση του φυσικού φωτισμού. Η κάμερα παρακολουθεί την πεντηνταεξάχρονη Φίνι Στράουμπινγκερ, που έχασε την όραση και την ακοή της σε νεαρή ηλικία, να περιγράφει την παιδική της ηλικία, πριν και μετά το ατύχημα αλλά και για την προσπάθειά της να βελτιώσει την ζωή της και την ζωή όσων βρίσκονται στην ίδια θέση με εκείνη. Εκτός από την Φίνι Στράουμπινγκερ που σίγουρα βρίσκεται στο κέντρο του φιλμ, οι επαφές της με άλλους τυφλούς-κουφούς εμπλουτίζουν την ταινία και παρουσιάζουν με μεγαλύτερη ακρίβεια το πρόβλημα της έλλειψης της ακοής και της όρασης και της συνεπαγόμενης αδυναμίας για επικοινωνία. Το φιλμ επιβεβαιώνει το μεγάλο ταλέντο του σκηνοθέτη που με εξαιρετικά λιτό τρόπο προσεγγίζει το θέμα του αποφεύγοντας τον μελοδραματικό τόνο και την υπερβολή. Η «Γη της σιωπής και της νύχτας» χαρακτηρίστηκε ως  ένα έργο που περιγράφει την ανθρώπινη εμπειρία όμως το φιλμ είναι σημαντικό όχι γιατί περιγράφει την ανθρώπινη κατάσταση αλλά γιατί υπογραμμίζει τη σπουδαιότητα της επικοινωνία και της ανταλλαγής μεταξύ των ανθρώπων γιατί χωρίς αυτήν δεν υπάρχει εξέλιξη και  πολιτισμός.

land-of-silence_4600

Χωρίς αμφιβολία η «Γη της σιωπής και της νύχτας» επιβεβαιώνει την φήμη και το ταλέντο το Χέρτζογκ σε πολλά επίπεδα.  Η κινηματογράφηση με την τεχνική της κάμερας στο χέρι και η χρήση του φυσικού φωτισμού είναι μία επιλογή που απαιτεί τεχνική δεξιότητα και γνώση προκειμένου το αποτέλεσμα να είναι άρτιο. Και εδώ ο Χέρτζογκ πετυχαίνει, διότι καταφέρνει να παρακολουθεί τα πρόσωπα και να καταγράφει τους χώρους και τις στιγμές με την ευκινησία και την αμεσότητα που δίνει αυτή η τεχνική. Η κάμερα με αυτόν τον τρόπο γίνεται ένας από τους παρευρισκόμενους στα δρώμενα, κινείται με φυσικότητα όπως αυτοί και έτσι εξαφανίζεται η απόσταση και η δυσκαμψία που επιβάλλει η τοποθέτηση της μηχανής λήψης σε τρίποδο. Το ίδιο συμβαίνει και με τον φυσικό φωτισμό που καταγράφει χωρίς αλλοίωση και υπερβολές το πραγματικό φως και χρώμα των σκηνών. Οι τεχνικές αυτές ταιριάζουν με την παράδοση του ντοκυμαντέρ που οφείλει να μην είναι στημένο αλλά αφτιασίδωτο και ειλικρινές όπως είναι πολλά από τα καλύτερα δείγματα του είδους. Η ζωή της Φίνι και όσων μοιράζονται το ίδιο πρόβλημα με αυτήν είναι απελπιστικά δύσκολη και η  προσπάθειά τους είναι συγκινητική όμως ο Χέρτζογκ αποφεύγει τον μελοδραματισμό αλλά και την στεγνή επιστημονική περιγραφή χωρίς το φιλμ να στερείται εγκυρότητα και ανθρωπιά.  Αν τέλος συγκρίνει κανείς το φιλμ αυτό με άλλες δουλειές του Χέρτζογκ θα παρατηρήσει πως κινείται με ευκολία  και επιτυχία σε διαφορετικά είδη αλλά και θέματα γεγονός που αποδεικνύει το μεγάλο ταλέντο του αλλά και το εύρος των ενδιαφερόντων του.

Η σημαντικότερη επιτυχία όμως του Χέρτζογκ  στη «Γη της σιωπής» βρίσκεται στο μήνυμά της γιατί η ανθρώπινη κατάσταση και το ανθρώπινο δράμα δεν είναι η ουσία του φιλμ όπως έχουν πολλοί ισχυριστεί, αλλά η  δυναμική της ανθρώπινης επαφής και της ανταλλαγής που δημιουργούν τον πολιτισμό. Η ζωή της Φίνι και των άλλων τυφλοκουφών είναι αναμφίβολα δύσκολη  όμως όσοι κατάφεραν να μάθουν την ειδική γλώσσα επικοινωνίας, μια γλώσσα που στηρίζεται στην αφή, μπόρεσαν να εξελιχθούν και να ζήσουν όπως ταιριάζει σε έναν άνθρωπο. Η Φίνι αποτελεί και το κορυφαίο παράδειγμα στο ντοκυμαντέρ γιατί ο λόγος, οι σκέψεις και τα έργα της αποκαλύπτουν έναν άνθρωπο πλήρη, ευφυή, ικανό και χαρισματικό. Αν δεν μάθαινε κάποιος στη Φίνι την γλώσσα δεν θα γνωρίζαμε ποτέ τις εντυπωσιακές της ικανότητες όπως το να εκπροσωπεί και να μάχεται για την κοινωνική ομάδα στην οποία ανήκε. Αντίθετα ο εικοσιδυάχρονος Βλαντιμίρ Κοκόλ που είναι και αυτός τυφλόκουφος που δεν διδάχτηκε ποτέ την γλώσσα παραμένει σε μια αχαρακτήριστη κατάσταση ανάμεσα στον άνθρωπο και το ζώο. Σε αυτό το σημείο βρίσκεται το κομβικό σημείο του ντοκυμαντέρ. Η γλώσσα των τυφλοκουφών μαθαίνεται μόνο μέσω της αφής μέσω ειδικευμένων  δασκάλων που ακουμπούν τα δάχτυλά τους στα δάχτυλα και στην παλάμη του τυφλού-κουφού για να του διδάξουν χωρίς τη βοήθεια κανενός άλλου οπτικού ή ακουστικού σήματος.  Η περίπτωση του εικοσιδυάχρονου Βλαντιμίρ Κοκόλ επιβεβαιώνει με τρόπο χαρακτηριστικό πως η έλλειψη ανθρώπινης επαφής και ανταλλαγής οδηγεί τον άνθρωπο σε μια πρωτόγονη και τερατώδη κατάσταση.

werner-herzog-rescue-main-imageΘα χρειαζόταν εκτεταμένη έρευνα για να βρει κανείς τι γνώριζε ο Χέρτζογκ το 1972 από τις επιστημονικές έρευνες σχετικά με τους τυφλούς-κουφούς. Οι έρευνες αυτές, όπως του Μεσεριάκοφ1,2 και του Μιχαήλοφ3,4 μεταξύ άλλων,  απέδειξαν πως όσοι διδαχθούν τη γλώσσα και γίνουν έγκαιρα δεκτοί σε ειδικά σχολεία μπορούν να διαπρέψουν ακόμα και στα πιο απαιτητικά πνευματικά πεδία. Τυφλοί-κουφοί μαθητές του Μιχαήλωφ σπούδασαν με επιτυχία σε πανεπιστήμια, μερικοί μάλιστα έφτασαν σε διδακτορικό επίπεδο και αρκετοί άλλοι παντρεύτηκαν και έκαναν οικογένεια αποδεικνύοντας πως η τύφλωση και η κώφωση είναι ένα εμπόδιο που μπορεί να προσπεραστεί. Το ντοκυμαντέρ του Χέρτζογκ είναι αναμφίβολα εξαιρετικό γιατί με τρόπο λιτό καταφέρνει να περιγράψει ένα μεγάλο πρόβλημα αλλά και να αγγίξει την ουσία του. Η γλώσσα των τυφλοκουφών με τα άπειρα αγγίγματα στις παλάμες και στα δάχτυλα είναι η μόνη οδός για τη μεταβίβαση όχι μόνο της γνώσης αλλά και όλων των άλλων στοιχείων που χαρακτηρίζουν τον άνθρωπο. Το επίτευγμα του Χέρτζογκ είναι πως μας οδηγεί στο να σκεφτούμε ευρύτερα δηλαδή για το σύνολο της ανθρώπων, και όχι μόνο για τους τυφλοκουφούς και το μήνυμα αποκαλύπτεται: χωρίς το «άγγιγμα» ο πολιτισμός εξαφανίζεται και η ανθρωπότητα γυρνά σε ξεχασμένα, πρωτόγονα στάδια της ύπαρξης όπως αυτό του νεαρού Κοκόλ.

1.Meshcheryakov, A.I. (1970). Poznanie mira bez sluka i zreniya [Understanding the world without sight or hearing]. Priroda, no. 1, 78-87.

2. Meshcheryakov, A.I. (1979). Awakening to life. Moscow: Progress.

3. Mikhailov, Felix T. (1976). The Riddle of the Self. Moscow: Progress.

4. Τα μονοπάτια της σκέψης (1994) –  ΕΡΤ – Η ιστορία του Φελίξ Τροφίμοβιτς (Αρχείο ντοκιμαντέρ της Ε.Ρ.Τ.)

Η Δίκη

Posted: 23 Οκτωβρίου, 2013 in Ανάλυση / Κριτική Ταινιών
Ετικέτες:

(του Δημήτρη Κεχρή)

url

O Joseph K., τραπεζικός υπάλληλος, συλλαμβάνεται αιφνιδιαστικά από τις αστυνομικές αρχές ένα πρωί μέσα στο ίδιο του το σπίτι. Οι αστυνομικοί του ανακοινώνουν ότι πρόκειται να δικαστεί, χωρίς ποτέ να τον ενημερώσουν για ποιο λόγο κατηγορείται. Από εκείνη τη στιγμή και μετά, προσπαθεί αφενός να ανακαλύψει ποια είναι η κατηγορία που τον βαραίνει και αφετέρου να αποδείξει ότι είναι αθώος. Υποβάλλεται σε ανάκριση, οδηγείται σε μία παράξενη διαδικασία δίκης που δεν ολοκληρώνεται ποτέ, έρχεται σε επαφή με άλλους κατηγορούμενους, με δικηγόρους, με γραφειοκράτες, με ανθρώπους που ασκούν παρασκηνιακή επιρροή στη δικαστική εξουσία, μπλέκοντας σε ένα λαβύρινθο που όχι μόνο δεν τον βοηθά να ξεδιαλύνει την κατάσταση, αλλά τον βυθίζει περισσότερο στην αβεβαιότητα. Κουρασμένος και πεπεισμένος πια ότι δεν μπορεί να τα καταφέρει, παραιτείται από κάθε προσπάθεια και καταλήγει να δολοφονείται από δύο μαυροντυμένους άγνωστους άντρες.

trial_10Χρησιμοποιώντας ο Orson Welles εξπρεσιονιστικά στοιχεία φόρμας (εντυπωσιακοί φωτισμοί, κλειστοφοβικά δωμάτια, περίεργες γωνίες λήψης), δημιουργεί μία υποβλητική ατμόσφαιρα και μία εντεινόμενη αίσθηση ασφυξίας. Φτιάχνει ένα ιδιότυπο film noir που αξιοποιεί την ιστορία του Franz Kafka, προκειμένου να πραγματευτεί τη σχέση του ατόμου με την εξουσία. Και όπως φροντίζει να μας ενημερώσει από την αρχή κιόλας η ταινία, με τη φωνή του ίδιου του Welles, «…η λογική αυτής της ιστορίας είναι η λογική ενός ονείρου… ή ενός εφιάλτη». Στον πρωταγωνιστικό ρόλο αυτού του εφιάλτη βρίσκεται ο Anthony Perkins, ο οποίος αποτυπώνει με τον πλέον κατάλληλο τρόπο το αποπροσανατολιστικό άγχος που νιώθει διαρκώς ο κατηγορούμενος Joseph K. Ένα άγχος που του επιβάλλει να υιοθετήσει, μια απολογητική στάση εξ αρχής. Σημαντική στην εξύφανση αυτής της παρανοϊκής περιπέτειας είναι η συμβολή μιας σειράς από παράξενους χαρακτήρες. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του συνηγόρου Hastler (Orson Welles), ο οποίος όχι μόνο δεν κάνει τίποτα για να υπερασπιστεί τον Joseph K., αλλά γρήγορα γίνεται φανερό πως αποτελεί και αυτός τμήμα ενός σκοτεινού και διεφθαρμένου δικαστικού συστήματος. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν διάφορες γυναικείες φιγούρες που σχετίζονται ερωτικά με τον Joseph K. και οι οποίες συνεισφέρουν, η καθεμιά με τον τρόπο της, στην αποκάλυψη διαφόρων χαρακτηριστικών της ψυχολογίας και της προσωπικότητάς του . Γυναίκες με στοιχεία femme fatale, γυναίκες που ξέρουν να ασκούν επιρροή, γυναίκες που ξέρουν να παίζουν, καταφέρνουν να αποσυντονίσουν τον Joseph K. και να αποσταθεροποιήσουν περαιτέρω τη θέση του απέναντι στην εξουσία.

Δραματική ένταση στην όλη εξέλιξη προσδίδει η συνεχής περιπλάνηση του κατηγορούμενου σε δαιδαλώδεις διαδρόμους, οι οποίοι με κάποιον αδιευκρίνιστο τρόπο συνδέουν μεταξύ τους το χώρο εργασίας του, τις δικαστικές αίθουσες, την εκκλησία, το δωμάτιο των βασανιστηρίων και το εργαστήρι ενός ζωγράφου. Αυτό θα μπορούσε να εκληφθεί ως καυστικό σχόλιο αναφορικά με τη στενή και ύποπτη διαπλοκή που υπάρχει ανάμεσα σε φαινομενικά διαφορετικές και ανεξάρτητες πλευρές ενός κοινωνικού συστήματος.

Σε γενικές γραμμές ο Welles έμεινε πιστός στο κείμενο του Kafka. Υπάρχει, ωστόσο, μια βασική διαφοροποίηση. Στο έργο του Kafka κυριαρχεί μια μεταφυσική διάσταση στην οποία ο άνθρωπος, χωρίς κανένα περιθώριο προσωπικής επιλογής, είναι έρμαιο μιας ανεξέλεγκτης μοίρας. Ο Welles από την άλλη, επιχειρεί να δώσει πρωτίστως κοινωνικοπολιτικές διαστάσεις στο ζήτημα. Γι’ αυτόν, ανάγεται σε κυρίαρχη η σύγκρουση ανάμεσα στο άτομο και την εξουσία. Η εξουσία αυτή μπορεί να εκφράζεται μέσω του Νόμου, μέσω μιας παράλογης γραφειοκρατίας ή μέσω οποιουδήποτε μηχανισμού αναπτύσσεται στα πλαίσια μιας κοινωνικής οργάνωσης που αναπόφευκτα καταλήγει καταπιεστικός και συντρίβει το άτομο, το οποίο φαντάζει αδύναμο να αντισταθεί.

Τελικά όμως, αυτό που έχει σημασία να προσέξουμε, και εκεί βρίσκεται ουσιαστικά το κλειδί, είναι ότι ο Joseph K. δεν είναι το θύμα της ιστορίας τουλάχιστον με την κλασική έννοια. Ο Joseph K. είναι ένα διευθυντικό στέλεχος, είναι ένας μικρός γραφειοκράτης και αυτός, είναι μέρος του συστήματος το οποίο υποτίθεται ότι έχει απέναντί του. Μπορεί να μην είναι ένοχος γι’ αυτήν τη μυστηριώδη κατηγορία που δεν μαθαίνουμε ποτέ, αλλά όπως παραδέχεται και ο ίδιος, είναι και αυτός υπεύθυνος, είναι και αυτός μέλος της κοινωνίας και όχι θύμα της. Από αυτή τη σκοπιά είναι μάλλον μάταιο να προσπαθεί να αντιπαρατεθεί με το σύστημα. Και όπως επισημαίνει στο διάλογό του με τον ζωγράφο: «Δεν υπάρχει καν λόγος να προσπαθήσεις».

Ή μήπως υπάρχει… ;

*το παρόν κείμενο αποτελεί αναδημοσίευση από το διαδικτυακό πολιτιστικό περιοδικό ‘Λύκος’

Hugo

Posted: 11 Οκτωβρίου, 2013 in Ανάλυση / Κριτική Ταινιών
Ετικέτες:

(του Χρήστου Ζαφειριάδη)

“Thank you for the movie today. It was a gift.” – Hugo’s Isabelle

Image

Στα μάτια του μικροκαμωμένου HugoCabret θα αναγνωρίσεις μια εύθραυστη σιωπή έτοιμη να εκραγεί. Μια σιωπή η οποία σπάει την στιγμή της προσωπικής εξομολόγησης, μαρτυρώντας αλήθειες που μένουν ακατανόητες και ερωτήματα που μένουν για πάντα αναπάντητα. Το μικρό αγόρι που έβλεπε τα τρένα να περνούν χωρίς να νιώσει ούτε για μια στιγμή την ανάγκη να ανέβει σε κάποιο από αυτά, θα μαρτυρήσει το πάθος του για τις εικόνες, δίνοντας την ευκαιρία στον Scorseseνα μαρτυρήσει με την σειρά του ένα ανάλογο  πάθος για το όνειρο. Ένα όνειρο που δεν σταματά ποτέ να αναπνέει, όπως ακριβώς συμβαίνει και στην περίπτωση του άλλου ρομαντικού ονειροπόλου της εποχής (και του σινεμά) μας, του WoodyAllen. Τον λόγο που και οι δύο ταυτόχρονα επέλεξαν να κάνουν την εξομολόγησή τους στους διάσημους δρόμους του πολύχρωμου Παρισιού δεν τον γνωρίζω, γνωρίζω όμως ότι η γαλλική αυτή πόλη έχει την δύναμη να ρίξει τις αχτίδες του απέραντου φωτός της στα πιο παθιασμένα και προσωπικά συναισθήματα των ανθρώπων (της).

Από τους μεταλλικούς ήχους του σιδηροδρομικού σταθμού μέχρι το λυτρωτικά μαγικό   χειροκρότημα του φινάλε, το Hugo είναι γεμάτο από το ανεξάλειπτο πάθος του δημιουργού του για τις εικόνες. Εικόνες που σαν καλοκουρδισμένα ρολόγια, ταξιδεύουν από την εποχή που ζούμε, πίσω στα χρόνια που γεννήθηκε το σινεμά και από εκεί αφήνονται ελεύθερες στα πέρατα του σύμπαντος, αναζητώντας την περιπέτεια. ImageΕικόνες που κινούνται γεμάτες αυθορμητισμό, έρχονται με φόρα προς το μέρος μας, διαπερνούν τα μάτια και καρφώνονται για πάντα στο μυαλό, όπως ακριβώς και ο ασπρόμαυρος πύραυλος στην πασίγνωστη ταινία του Méliès. Οι ίδιες εικόνες που έχουν την δύναμη να φτάσουν σε εκείνους που τις αναζητούν, βγαλμένες από έναν κόσμο που πολλές φορές μπορεί να μην είναι αληθινός, είναι όμως ολόκληρος δικός τους. Και αν κάποιες απ’ αυτές δεν μπορούν να γίνουν πραγματικότητα, τότε γίνονται τέχνη.

Θυμάμαι παλιότερα που έλεγαν ότι η τέχνη τρέφει τα όνειρα και εκείνα τους ανθρώπους. Και ξέρεις, τα όνειρα δεν χωράνε ούτε σε δύο, ούτε σε τρεις διαστάσεις. Ούτε απειλούνται από τον φθοροποιό χρόνο, που θέλει τα πάντα να πεθαίνουν. Μονάχα ενισχύονται, μέχρι να έρθει η στιγμή να πραγματοποιηθούν, αλλιώς δεν θα έπρεπε να λέγονται όνειρα. Το Hugoμοιάζει να είναι το από καρδιάς δώρο ενός αμετανόητου κινηματογραφόφιλου προς όλους τους υπόλοιπους. Και μεταξύ μας, αν δεν σου αρέσει αυτή η ταινία, τότε λάθος άνθρωπο διαβάζεις. Διότι το Hugoείναι φτιαγμένο ώστε να το αισθάνεσαι σε κάθε σκέψη που περνάει απ’ το μυαλό σου, σε κάθε χτύπο που αφήνει η καρδιά σου και σε κάθε δάκρυ που κυλάει στο μαγεμένο πρόσωπό σου.  Είναι από εκείνες τις ταινίες που δεν έχουν μόνο την δύναμη να απαθανατίσουν τα όνειρα, αλλά και να τα πραγματοποιήσουν.

11043323_1413911175578767_8959421764037891535_o

Το δεύτερο Τεύχος της Μπομπίνας ψηφιακά