Archive for the ‘Ανάλυση / Κριτική Ταινιών’ Category

38770990114_1c6e7b406e_o

της Ανδριάννας Ζάβαλη

Μαύρο και ο ήχος από ένα παιδικό τραγουδάκι είναι η πρώτη “εικόνα” της ταινίας του Jack Clayton “The Innocents”, που μας προετοιμάζει να δούμε κάτι περισσότερο από μια γοτθική ιστορία με στοιχειωμένο σπίτι. Η ταινία είναι βασισμένη στη νουβέλα του Henry James “The Turn of the Screw”, σε σενάριο του William Archibald (ο οποίος  αρχικά είχε γράψει το έργο για το θέατρο) που ολοκληρώθηκε με τη συμβολή του Truman Capote και σε διεύθυνση φωτογραφίας του Freddie Francis.

Δε διευκρινίζεται αν τα φαντάσματα υπάρχουν όντως ή αν είναι προβολή της ταραγμένης φαντασίας της γκουβερνάντας. Οι εικόνες μεταδίδουν τον τρόμο και – παρά την απλότητά τους – μας βάζουν σε σκέψεις σχετικά με το ότι τα πράγματα δεν είναι τόσο αθώα όσο φαίνονται.

Η παρουσία των “φαντασμάτων” είναι αισθητή παντού, με τα περισσότερα στοιχεία της να υπονοούνται χωρίς ποτέ να λέγονται ξεκάθαρα. Είναι η πρώτη δουλειά της Miss Giddens, κόρης ιερέα και η πρώτη φορά που φεύγει από το σπίτι της.

the_innocents_1

Έρχεται αντιμέτωπη με μια κατάσταση που στην ουσία δεν έχει μάθει να διαχειρίζεται, με αποτέλεσμα οι κρυφές επιθυμίες της να εμφανίζονται έντονα και χωρίς να μπορούν να ικανοποιηθούν, να καταλήγουν εις βάρος των παιδιών. Εκείνα βιώνουν για άλλη μια φορά την απώλεια μέσα από τον χαμό του επιστάτη και της γκουβερνάντας, αφού το υπηρετικό προσωπικό είναι στην ουσία η οικογένεια τους.

Είναι ορφανά από γονείς, ενώ ο θείος τους αδιαφορεί και έτσι αναγκάζονται να μεγαλώσουν πριν την ώρα τους.

Η ταινία καταφέρνει με τη σκηνοθεσία και τις υπέροχες ερμηνείες της Deborah Kerr ως Miss Giddens και του Martin Stephens ως Miles να σε βάλει μέσα στον κόσμο της, αφήνοντας τον καθένα να δώσει την δίκια του ερμηνεία.

Advertisements

PPstrikesAgain_1787355i

της  Άννας Σιούλα

Μία µικρή αλλαγή στην ατάκα του Καράτε Κατ: «είµαι κοµψός και µοχθηρός, του καράτε τιµωρός», του γνωστού αδέξιου γάτου – ντεντέκτιβ από την οµώνυµη σειρά κινουµένων σχεδίων, ο οποίος έχει πάρα  πολλά κοινά µε τον ήρωα της ιστορίας µας, που είναι επιθεωρητής της αστυνοµίας, λάτρης του καράτε και αδέξιος επίσης. Η τρέλα δεν πάει στα βουνά αλλά στους ανθρώπους και η σειρά ταινιών “The Pink Panther” µπορεί να επιβεβαιώσει άµεσα αυτόν τον κανόνα. Μία τρέλα γαλλικής προέλευσης που πηγάζει από τον περίφηµο επιθεωρητή Clouseau ο οποίος βασανίζεται από τον Ροζ Πάνθηρα και ο ίδιος µε τη σειρά του βασανίζει τον ανώτερό του, αρχηγό της αστυνοµίας, Charles Dreyfus. Μια σειρά ταινιών όπου κυριαρχεί η τρέλα, η πλάκα, το κυνηγητό και το άσβεστο µίσος µεταξύ των 2 ηρώων.

Τα βασικά πρόσωπα της ιστορίας είναι ο επιθεωρητής Jacques Clouseau, ο Αρχηγός της αστυνοµίας Charles Dreyfus, ο ευυπόληπτος κλέφτης Sir Charles Lytton, ο πιστός υπηρέτης και βοηθός του Clouseau, Cato και ο καθηγητής στις µεταµφιέσεις August Balls. Ο Ροζ Πάνθηρας είναι στην ουσία ένα ροζ διαµάντι στο οποίο όταν κοιτάξεις πολύ κοντά βλέπεις να απεικονίζεται το περίφηµο τετράποδο. Παρότι το διαµάντι εµφανίζεται σε 6 µόνο από τα 11 συνολικά φιλµ, ο τίτλος ήταν τόσο «πιασάρικος» που συνόδευσε και τις υπόλοιπες ταινίες.

002-blake-edwards-theredlist

 

Όλα ξεκινάνε από αυτό το διαµάντι και τον κλέφτη που το αρπάζει (Sir Charles Lytton). Ο σκανταλιάρης, αφελής, αδέξιος αλλά και καλοφούρτουνος Clouseau αναλαµβάνει την υπόθεση τρελαίνοντας όσους βρίσκονται στον διάβα του, µε πρώτο από όλους τον ανώτερο του Charles Dreyfus, αποτελώντας αφορµή για την κατάστρωση των µεγαλύτερων δολοφονικών σχεδίων εναντίον του. Η καλή του µοίρα όµως, σαν νεράιδα µε ένα µαγικό ραβδί, πάντα τον σώζει την τελευταία στιγµή και τον προφυλάσσει από τα κακά βοηθώντας τον ταυτόχρονα να διαλευκάνει τις υποθέσεις του χωρίς να ξέρει ούτε ο ίδιος το πώς, βγαίνοντας πάντα στο τέλος  ήρωας και πρότυπο σωστού αστυνοµικού. Με τα σπαστά Γαλλοαγγλικά του, δηµιουργεί ακόµη περισσότερα προβλήµατα, αυτή τη φορά στην επικοινωνία του µε τους ανθρώπους. Χαρακτηριστική η σκηνή µε τα µηνύµατα (messages στα γαλλικά) από την ταινία Trail of The Pink Panther (1982). Ο Clouseau µπαίνει στο ξενοδοχείο της Σκωτίας όπου διαµένει και ζητάει από τον υπάλληλο της υποδοχής να του δώσει τα µηνύµατα του (messages) αν έχει. Η λέξη προφέρεται µεσάζ στα Γαλλικά κι εύκολα µπερδεύεται µε το µασάζ το οποίο και καταλαβαίνει ο ξενοδόχος. Τον παροτρύνει λοιπόν να πάει στην Σίρλεϊ το Παθιασµένο Λουλούδι και να του δώσει ένα. Ο Clouseau επιµένει πως το θέλει από τον ίδιο κι ο ξενοδόχος του απαντάει λέγοντας του πως δεν κάνει τέτοια πράγµατα. Τελικά η παρεξήγηση λύνεται µε τον Clouseau να του δίνει να καταλάβει για ποιό πράγµα µιλάει όταν του επισηµαίνει ότι του έδωσε ένα σήµερα το πρωί από τον επιθεωρητή της Scotland Yard.

Ένα πρόσωπο που κλέβει την παράσταση είναι ο Αρχηγός της αστυνοµίας Charles Dreyfus τον οποίο υποδύεται ο Herbert Lom, σε έναν ρόλο που τον έκανε διάσηµο. Ο Lom έδωσε το δικό του στίγµα στην τρέλα αυτών των ταινιών, µε το τροµερό παίξιµο των µατιών του κάθε φορά που έβλεπε τον Clouseau ή άκουγε το όνοµά του. Η κατάληξη στο ψυχιατρείο επισφραγίζει την τρέλα µε την βούλα. Εκεί πια ο Dreyfus ακούει Clouseau και ρίγη κατακλύζουν το κορµί του.

MV5BODM4MDcwODI3NV5BMl5BanBnXkFtZTcwNDQxMTMyNA@@._V1._SX640_SY470_

 

Ένας άλλος συνδυασµός που πουλάει τρέλα µε το τσουβάλι, είναι ο Clouseau µε τον πιστό υπηρέτη του, τον Κινέζο Cato. Οι δυο τους έχουν µια σχέση µίσους και πάθους σε όλες τις ταινίες, καθώς ο πρώτος έχει διατάξει τον δεύτερο να του επιτίθεται διαρκώς και σε ανύποπτο χρόνο προκειµένου να τον κρατάει πάντα σε εγρήγορση και συνεχή εξάσκηση, και να µην δείχνει κανένα µα κανένα έλεος ακόµη και όταν ο Clouseau το ζητάει και το εννοεί. Τι κι αν ο κόσµος γύρω τους κυριολεκτικά καίγεται. Εκείνοι δε σταµατούν να παλεύουν µέχρι να καταστρέψουν όλο το σπίτι (και τα σπίτια των γειτόνων) και να αναδειχθεί επιτέλους ο νικητής, που είναι πάντα ο Clouseau, αφήνοντας τον καηµένο τον Cato σέκο. Το µόνο που µπορεί να τους διακόψει για λίγο, είναι το τηλέφωνο που χτυπάει. Στα τηλεφωνήµατα απαντάνε και µετά συνεχίζουν το ξύλο. Στις 2 πρόσφατες εκδοχές του Ροζ Πάνθηρα, ο Κινέζος Cato αντικαθιστάται από τον Γάλλο Ponton (Jean Reno). Η καινούρια παραγωγή πιστεύει πως ο βοηθός/υπηρέτης  του Clouseau πρέπει να είναι σύντεκνος κι όχι αντίθετης εθνικότητας όπως στις προηγούµενες ταινίες. Ο ρόλος του Cato ήταν µια ιδέα του Peter Sellers καθώς ήθελε να δηµιουργήσει ένα δίδυµο αντίστοιχο µε εκείνο του Stan Laurel µε τον Oliver Hardy.

Όταν ο Sellers έγινε ο Clouseau ένοιωθε ότι ήταν ένας ρόλος που του ταίριαζε γάντι γι’αυτό κι έδωσε µία ξέφρενη ερµηνεία:  «Ένοιωθα σαν στο σπίτι µου στον ρόλο του Γάλλου επιθεωρητή. Ένας βλάκας που µισεί να του υπενθυµίζουν οι άλλοι τα λάθη του. Η δηµοτικότητα του δεν θα έσβηνε ποτέ. Στην ταινία έπαιξα τον επιθεωρητή για πρώτη φορά. Κάθε του πράξη αναπόφευκτα κατέληγε σε καταστροφή κι αυτό οδηγούσε την ταινία σε σηµαντική επιτυχία.»

Ο Clouseau είναι µία πολυσύνθετη προσωπικότητα µε αξιοπερίεργο χαρακτήρα. Είναι ποµπώδης και αλαζόνας αλλά ταυτόχρονα είναι κι ένας αξιοπρεπής άνθρωπος. Προκαλούσε, κατά κάποιο τρόπο, όλα αυτά τα ατυχήµατα που του συνέβαιναν µε την συµπεριφορά του, όµως παρά τα εµπόδια και τις αποτυχίες ξαναπροσπαθούσε. Το κοινό ταυτίζεται µαζί του γιατί έχει τις ιδιότητες και τα ελαττώµατα ανθρώπινου γένους, χωρίς να γίνεται εξωπραγµατικός, όσο κι αν φαίνεται ότι κάποιες φορές είναι. Αυτό τον κάνει και συµπαθή γιατί δεν είναι ενήµερος της γελοιότητας που δηµιουργεί. Οι θεατές όµως ταυτίζονται µε τον Γάλλο αστυνοµικό και για την ελαφρώς δραµατική του υπόσταση καθώς πέρα από τα κωµικά του τρικ αποτελεί και µία θλιβερή φιγούρα. Η µοναχικότητα του χαρακτήρα του είναι εµφανής όταν εξαιτίας της ιδιαιτερότητας του όλοι οι δικοί του άνθρωποι τον εγκαταλείπουν θεωρώντας τον ένα βλάκα και µισό, αφού πρώτα τον έχουν εκµεταλλευτεί ή εξαπατήσει. Όλοι εκτός από τον Cato φυσικά. Και για να επιστρέψουµε στο κωµικό στοιχείο, ο καθηγητής August Balls είναι ο άνθρωπος που δίνει αφορµές για πολλά γέλια µε τις µεταµφιέσεις που προτείνει στον επιθεωρητή. Ο Clouseau σαν γνήσιος επαγγελµατίας, µεταµφιέζεται για να µην γίνει αντιληπτός από τα κακοποιά στοιχεία, νοµίζοντας ότι αυτό θα βοηθήσει τις έρευνες του. Για τον επιθεωρητή κάθε µεταµφίεση είναι κι ένας ρόλος που πρέπει να παίξει αλλά ακόµα κι όταν παίζει έναν ρόλο είναι πάντα ο Clouseau. Ο ίδιος ο Sellers λέει:« Ακόµη κι όταν δεν είναι µεταµφιεσµένος ο Clouseau δεν µπορεί να διαχειριστεί ούτε τις πιο απλές καταστάσεις. Αυτό το είδος χιούµορ είναι που συνδέει τον Blake (Edwards), εµένα και το κοινό».

PINK PANTHER: RETURN OF THE PINK PANTHER

 

Στην αρχή ο Sellers και ο Edwards δεν πίστευαν ότι θα υπήρχε συνέχεια στον Ροζ Πάνθηρα. Με καλή θέληση και χρήµατα από την παραγωγή ήρθαν τα σίκουελ. Οι δύο άντρες είχαν το ίδιο χιούµορ βρίσκοντας τα ίδια πράγµατα αστεία. Καταλάβαιναν ο ένας τον άλλον. Ο Edwards ήταν ο µόνος σκηνοθέτης στον οποίο ο Sellers βρήκε αµοιβαία κατανόηση, πράγµα σπάνιο. Είχε πολύ χιούµορ και στην ζωή του γι’αυτό και ταίριαξαν τόσο καλά. Μέχρι να µεταφερθεί από τα πλατό στα καµαρίνια η τρέλα του Πάνθηρα. Μετά από τόσες ταινίες και µακροχρόνια συνεργασία η υπεροψία, η κούραση και η τριβή πήραν θέση στα γυρίσµατα. Αξίζει να αναφέρθει ότι κάποια στιγµή ο Peter Sellers αρνήθηκε να βγει από το καµαρίνι του και να συνεχίσει το γύρισµα, σε µία από τις ταινίες του Πάνθηρα, όταν κατέφθασε στα παρασκήνια η ηθοποιός Julie Andrews, σύζυγος του σκηνοθέτη Blake Edwards, µε την µητέρα της. Εκείνη έκανε το λάθος να φορέσει ένα µωβ παλτό.

Για τον Sellers το  µωβ ήταν ότι και το κόκκινο πανί για τον ταύρο, φεύγοντας βολίδα για το καµαρίνι του µόλις την αντίκρισε. Όταν ο βοηθός παραγωγής πήγε να τον φέρει πίσω στο πλατό εκείνος του εξήγησε τον λόγο που αποχώρησε κι ο βοηθός είπε ότι ο ηθοποιός είναι απλά τρελός. Το επόµενο χτύπηµα ήρθε όταν ο Sellers είπε στον Edwards πως µίλησε µε τον Θεό υποδεικνύοντας του πως θα έπαιζε µια δύσκολη σκηνή. Μόλις ο σκηνοθέτης είδε το αποτέλεσµα των υποδείξεων αυτών σύστησε στον ηθοποιό την επόµενη φορά που θα µιλήσει µε τον Θεό να του πει να µην ανακατεύεται µε την σόου µπίζνες.

Με αστεία στα όρια του σλάπστικ και την δηµιουργία ενός σουρεαλιστικού κόσµου όπου όλα τα στραβά κι ανάποδα είναι νορµάλ, οι ταινίες του Ροζ Πάνθηρα έχουν γράψει τη δική τους τρέλα – εεε… συγνώµη – ιστορία, στο παγκόσµιο σινεµά. Όσο για την τρέλα, αυτή είναι τόσο απλόχερα δοσµένη σε όλες τις ταινίες, στους συντελεστές, στους χαρακτήρες, στις καταστάσεις, ακόµα και στον αέρα που αναπνέουν, που δεν αξίζει καν να αναφερθεί. Είναι κοµµάτι της προσωπικότητας του Ροζ Πάνθηρα που στη δίνη του παρασέρνει τους ήρωες και όλους εµάς σε ένα απίστευτο ταξίδι στο γέλιο και την παράνοια. Με την µοναδική µουσική επένδυση του Henry Mancini που σε προειδοποιεί να µην κινείσαι ποτέ ανυποψίαστος γιατί ο Ροζ Πάνθηρ καραδοκεί, αφήστε για λίγο τις υποχρεώσεις, τις σκοτούρες και τα προβλήµατα κι ελάτε στον κόσµο του επιθεωρητή Clouseau, όπου η σχιζοφρένεια είναι το µόνο όπλο που θα σας σώσει. Α! Και δείξτε λίγη κατανόηση µαζί του. Δεν φταίει αυτός που γεννήθηκε ζαβός. Το µυστικό είναι η υποµονή. Στην τρέλα απαντάµε µε τρέλα. Απλά χαλαρώστε κι αφεθείτε στα χέρια του πιο γκαφατζή επιθεωρητή του σινεµά. Και γελάστε. Γελάστε άφοβα, µε όλη σας την ψυχή. Το απαιτούν οι περιστάσεις.

 

The Birds

Posted: Μαρτίου 2, 2016 in Ανάλυση / Κριτική Ταινιών
Ετικέτες:

(της Κατερίνας Τριχιά)

poster-birds-the_02

Η ταινία «The Birds» γυρίστηκε στην Καλιφόρνια και στα στούντιο της Universal στην Καλιφόρνια. Η παγκόσμια πρεμιέρα της ήταν στην Νέα Υόρκη στις 23 Μαρτίου του 1963. Αρχικά, το σενάριο προοριζόταν για την εβδομαδιαία, δημοφιλή, τηλεοπτική σειρά «Alfred Hitchcock Presents». Με αυτήν την ταινία και το «Μernie» της επόμενης χρονιάς ο Hitchcock απέδειξε ότι δεν είχε χάσει την ικανότητά του να φτιάχνει κινηματογραφικά αριστουργήματα, να διατηρεί την δημοτικότητά του στους κινηματογραφικούς οπαδούς και να εγκωμιάζεται από τους κριτικούς, καθώς περνούσε στην εποχή του 1960. Σε αυτήν του τη δημοφιλή προσπάθεια κατάφερε να χειριστεί τα μέχρι τώρα οικεία θέματα ενοχής και παράνοιας με τo εμπορικά στυλιστικό άνθισμα της γρήγορης σύνταξης των πλάνων, των λεπτών χειρισμών της κάμερας και τις προσεκτικές προπαρασκευές στα κινηματογραφικά πλατό.

4106Ο Hitchcock ανήκει στο στυλ του Κλασικού Hollywood. Σέβεται σε μεγάλο βαθμό τις συμβάσεις του στυλ, κυρίως για τη μορφή του σεναρίου, τον τρόπο του μοντάζ και το χειρισμό της κάμερας. Παρά ταύτα, μερικές φορές παραβιάζει τους κανόνες αυτούς με στόχο να ξαφνιάσει τους θεατές του και να δώσει κάποιο ιδιαίτερο νόημα σε μια σκηνή ή σε μια λήψη. Το έντονο προσωπικό του στυλ που χαρακτηρίζει όλες τις ταινίες του, έχει μια σειρά από αγαπημένα μοτίβα, τα οποία επαναλαμβάνει σε πολλά από τα έργα του. Για παράδειγμα, είχε μια ιδιαίτερη αδυναμία στις ψυχρές ξανθές συγκρατημένες και καθωσπρέπει ηρωίδες, οι οποίες κάτω από πίεση αποκαλύπτουν ένα εκρηκτικό και σε ένα βαθμό βίαιο χαρακτήρα. Άλλο ισχυρό μοτίβο είναι η καταπιεστική μητέρα που συνήθως καταδυναστεύει έναν άνδρα ήρωα. Χαρακτηριστικές επίσης, είναι οι cameo εμφανίσεις του σκηνοθέτη στο έργο του. Τα στοιχεία αυτά οι κριτικοί τα θεώρησαν μια προσωπική σφραγίδα του σκηνοθέτη, η οποία αποδείκνυε τη συνέπεια της καλλιτεχνικής του έκφρασης και τον καθιστούσε δημιουργό.

Σύνοψη:
screenshot2H Melanie Daniels (Tippi Hedren) είναι μια κοσμική και πλούσια δεσποινίδα του Σαν Φρανσίσκο, ζει άνετα, κάνει φάρσες, για να σκοτώσει την ώρα της και έχει μάθει να παίρνει πάντα αυτό που θέλει. Συναντά τον γοητευτικό Mitch Brenner (Rod Taylor) σε ένα κατάστημα πουλιών. Εκείνος τη γνωρίζει από ένα δικαστήριο και υποκρίνεται ότι τη θεώρησε για πωλήτρια. Όταν αντιλαμβάνεται το αστείο του, η Melanie μαθαίνει την ταυτότητά του και αποφασίζει να του κάνει μια αντίστοιχη φάρσα. Αγοράζει δύο παπαγαλάκια και τον επισκέπτεται στο σπίτι του. Εκεί μαθαίνει από έναν γείτονα ότι ο Mitch περνάει τα σαββατοκύριακά του στο νησί Bodega Bay συντροφιά με τη χήρα μητέρα του, Lydia (Jessica Tandy) και την εντεκάχρονη αδελφή του, Cathy (Veronica Cartwright). Μη χάνοντας χρόνο ξεκινά το ταξίδι της προς το νησί, μαθαίνει ποιο είναι το σπίτι του, νοικιάζει μια βάρκα και πηγαίνει στην απέναντι όχθη. Αφήνει τα παπαγαλάκια ως δώρο για τα γενέθλια της Cathy. Ο Mitch την αντιλαμβάνεται και οδηγώντας το αυτοκίνητό του τρέχει να την προλάβει. Λίγα δευτερόλεπτα πριν συναντηθούν, γίνεται η πρώτη επίθεση από έναν γλάρο, που τραυματίζει τη Melanie. Εκείνη, σαγηνεμένη από τον Mitch και χτυπημένη παίρνει την απόφαση να διανυκτερεύσει στο σπίτι της δασκάλας και πρώην ερωμένης του Mitch, Annie Hayworth (Susanne Pleshette), η οποία την ενημερώνει για τα κτητικά συναισθήματα της Lydia προς το γιο της. Στις επόμενες σκηνές οι σχέσεις της Melanie με όλα τα πρόσωπα γίνονται πιο στενές, τα ως τώρα άκακα πουλιά επιτίθενται σε άτακτα χρονικά διαστήματα με φονικά αποτελέσματα και το Bodega Bay βρίσκεται σε κατάσταση κινδύνου. Αν και οι κάτοικοι αρχικά θεωρούν απίθανη την ομαδική αυτή επίθεση από τα πουλιά, σε μια μεγαλειώδη σκηνή καταστροφής αντιλαμβάνονται την πραγματικότητα και είτε οχυρώνονται στα σπίτια τους, είτε εγκαταλείπουν το νησί. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν οι πρωταγωνιστές του Hitchcock που καθυστερημένα θα κατευθυνθούν προς το Σαν Φρανσίσκο, υπό το βλέμμα των κυρίαρχων πουλιών. Στο «The Birds» συναντάμε και τα τέσσερα χαρακτηριστικά των ταινιών του Hitchcock ως προς τα σεναριακά ευρήματα.

0647Πρώτον, το ότι εκτός από την κεντρική υπόθεση μυστηρίου τα έργα του έχουν σχεδόν πάντοτε μια δεύτερη υπόθεση, η οποία περιλαμβάνει την ερωτική σχέση των πρωταγωνιστών του. Το μυστήριο αρχίζει από την ερώτηση: Γιατί εφορμούν τα πουλιά; Όσο βλακώδες και αν φαίνεται στη λογική αυτό το ερώτημα, προκαλεί τον τρόμο, διότι πρόκειται για τη συμβολική εισβολή ενός φαντασιακού στοιχείου ως από άλλες διαστάσεις, στον ψυχικό κόσμο του θεατή της ταινίας. Το επόμενο ερώτημα, πώς αντιμετωπίζει κανείς μια οργανωμένη επίθεση από πουλιά, επιτείνει το άγχος και αυξάνει τον αόριστο φόβο. Με λίγες αρχικές κινήσεις, ο θεατής νιώθει ένα ρήγμα στην ψυχική του πραγματικότητα που εκχέει τρόμο. Οι κυριότερες προσεγγίσεις σχετικά με την επιθετικότητα των πουλιών είναι δύο. Μία καθαρά ψυχαναλυτική προσέγγιση προσπαθεί να ερμηνεύσει την επιθετικότητα των πουλιών μέσα από το οιδιπόδειο σύμπλεγμα, την αντίδραση δηλαδή της Lydia στον ερωτικό δεσμό της Melanie και του γιου της Mitch, που γεννά την παράλληλη αντίδραση των πουλιών, τα οποία εκφράζουν τις εντάσεις ανάμεσα στους χαρακτήρες του έργου, φτάνοντας στο σημείο να σκοτώσουν τη δασκάλα Annie. Από την άλλη, μια θρησκευτική προσέγγιση βλέπει τα πουλιά σαν μια κοσμογονική παραβολή απέναντι στις έννοιες του Χάους, της καταστροφής, της Αγάπης και της Σωτηρίας. Οι παραπάνω ερμηνείες (και οι διάφορες παραλλαγές τους) παρά τη γοητεία τους, χωλαίνουν στο ότι είναι ανεπαρκώς θεμελιωμένες.
Αν και καμία δεν είναι τελείως αυθαίρετη, όλες τους στηρίζονται σε συμπεράσματα που μπορεί να εξηγήσουν μεμονωμένες επιθέσεις των πουλιών, όχι όμως όλες τις σκηνές της ταινίας. Ο ίδιος ο Hitchcock δεν αιτιολογεί ούτε στην ταινία εμφανώς, ούτε σε δηλώσεις του τη φονική αυτή επιθετικότητα, για αυτό θεωρείται το «The Birds» η μοναδική ταινία φανταστικού στη φιλμογραφία του.

Tippi-HedrenΔεύτερον, το ότι περιλαμβάνεται στην υπόθεση του έργου μια κεντρική ιδέα, η οποία είναι μια εικόνα – σύμβολο μέσα στο έργο και επαναλαμβάνεται συχνά μέσα σε αυτό οδηγώντας το στην κλιμάκωσή του. Από την πρώτη σκηνή της ταινίας στο κατάστημα με τα εκατοντάδες αιχμάλωτα ζώα σε κλουβιά, την παρεμπόδιση των κανόνων της φύσης αλλά και την καταιγίδα που βγάζει τους γλάρους στην ακτή, ο Hitchcock κάνει σαφέστατη μία από της εκδοχές της. Συσχετίζει έξοχα τις δυνάμεις της φύσης και μετατρέπει τα πουλιά στον εξολοθρευτή άγγελο που θα εκδικηθεί, ως μία αρχέγονη δύναμη της φύσης, τον δυτικό άνθρωπο και τον άπληστο αστικό πολιτισμό του. Στη σκηνή γνωριμίας ο Mitch πιάνει στο κατάστημα των πτηνών ένα καναρίνι που ξέφυγε και αφού το βάζει στο κλουβί του, λέει στη Melanie: «Σας βάζω στο χρυσό κλουβί σας, Melanie Daniels». Στη συνέχεια, όταν η Melanie, στην προσπάθειά της να προφυλαχθεί από τα πουλιά, κλείνεται σε έναν τηλεφωνικό θάλαμο, θα είναι σαν να είναι πουλί μες στο κλουβί και την ίδια τύχη θα έχουν και οι υπόλοιποι πρωταγωνιστές στην τελική πολιορκία του σπιτιού-οχυρού από τα πουλιά. Όσο για τη Melanie, θα ταυτιστεί μετά την επίθεση και τον τραυματισμό της με τα πουλιά και ο Hitchcock θα την κινηματογραφήσει σαν ένα λαβωμένο πουλί στην σκηνή που την μεταφέρει ο Mitch και η Lydia προς το αυτοκίνητο. «Η παλιά σύγκρουση ανάμεσα στους ανθρώπους και τα πουλιά αντιστρέφεται και αυτήν τη φορά ο άνθρωπος είναι στο κλουβί και τα πουλιά ελεύθερα».

Τρίτον, το ότι στηρίζεται στο συναίσθημα της αυξανόμενης αγωνίας του θεατή και όχι στην έκπληξη και το ξάφνισμα. Το συναίσθημα αυτό επιτυγχάνεται με το να δίνει ο σκηνοθέτης κάποιες πληροφορίες στον θεατή τις οποίες οι ήρωες του δεν γνωρίζουν. Ο θεατής έχει αγωνία για το τί θα γίνει όταν οι ήρωες ανακαλύψουν την αλήθεια. O Hitchcock άλλωστε, έχει τον τίτλο του μετρ του σασπένς.

Tippi-Hendren-The-Birds-1963-stars-from-the-past-31734107-1713-2111Τέταρτον, το ότι ξεκινά με μία σεναριακή ιδέα, η οποία προκαλεί το ενδιαφέρον και την περιέργεια του θεατή. Ο θεατής επιθυμεί να μάθει περισσότερα για αυτό, αλλά αποδεικνύεται ότι το θέμα του έργου τελικά δεν είχε σχέση με αυτό και τελικά αυτή η ιδέα είναι ψευδής και αδιάφορη. Πρόκειται για το τέχνασμα που ο σκηνοθέτης χρησιμοποιεί, για να ξεγελάσει το θεατή και μετά να τον ξαφνιάσει. Για παράδειγμα ο θεατής τείνει να ενδιαφερθεί για τη σχέση του Mitch με την Annie, για τη μητέρα της Melanie που την εγκατέλειψε στα έντεκα της χρόνια, για το θάνατο του πατέρα του Mitch, για το τι συνέβη στις διακοπές της Melanie στην Ρώμη κ.α. Το γιατί αφήνει αναπάντητα ερωτήματα, ίσως μας το απαντά ο Hitchcock με την δήλωση του στον Francois Truffaut: «Στα Πουλιά δούλεψα έτσι ώστε το κοινό να μην μπορεί ποτέ να μαντέψει τι πρόκειται να συμβεί στην επόμενη σκηνή. Πάνε στον κινηματογράφο, κάθονται και λένε: Α! Εγώ ξέρω τι πρόκειται να συμβεί. Για αυτό και εγώ είμαι υποχρεωμένος να τους προκαλέσω: Α! Έτσι νομίζετε; Θα δούμε!»

Τέλος, πρέπει να αναφέρω ότι, για να γυρίσει τις σκηνές των πουλιών ο Hitchcock χρησιμοποίησε μια σύνθετη τεχνική που ανατρέχει στις μακέτες, τις διαφάνειες, τα κινούμενα σχέδια και ειδικά γυμνασμένα πουλιά. Για να εντείνει τη δραματική ένταση, στην παραδοσιακή μουσική του Bernard Herrmann έβαλε ηλεκτρονική μουσική και έγινε για μια ακόμα φορά προάγγελος της σημερινής εποχής, όπου το συνθεσάιζερ είναι κανόνας στην κινηματογραφική μουσική.
Τα πουλιά είχαν στην εποχή τους μια ψυχρή κριτική υποδοχή και μία μέτρια εμπορική επιτυχία. Παρόλα αυτά, έχουν γίνει πολλές προσπάθειες για ριμέικ της και σύμφωνα με δημοσιεύματα του 2009 θα γίνει μία ακόμη από τον Έλληνα Ντένη Ηλιάδη.

Novecento

Posted: Μαρτίου 2, 2016 in Ανάλυση / Κριτική Ταινιών
Ετικέτες:

(του Στέλιου Μπογιατζιδάκη)

35ebaa6ff7be45b716a879eb8e464000

Το 1976, βρισκόμαστε εν μέσω μιας, κατά γενική ομολογία, προσπάθειας για εξομάλυνση των κοινωνικοπολιτικών συνθηκών παγκοσμίως, μιας εποχής που σημαδεύτηκε, στα μέσα εκείνης της δεκαετίας, από «ηθογραφικές» ταραχές,οι οποίες καθόρισαν την ουμανιστική οπτική. Ο Γαλλικός Μάης του 1968, που έδωσε το έναυσμα για πολιτιστική αντίδραση και ανατροπή των πουριτανικών κατεστημένων καθωσπρεπισμού και καταπίεσης, παράλληλα με την έξαρση ενός ιδιότροπου κινήματος αντισυμβατικότητας στην Αμερική, των χίππις, ήταν οι συνειρμικοί ταγοί της ολικής αλλαγής των παγκόσμιων απόψεων. Τα δικτατορικά καθεστώτα που ράπισαν την αξιοπρέπεια και τη συνείδηση, και που αποτέλεσαν αντικείμενο κατακραυγής και αγωνιστικής δύναμης εναντίον τους, όπως συνέβη στην Ελλάδα, τη Χιλή και την Αργεντινή, θεμελίωσαν τις πολιτισμικές αντιλήψεις περί υπαρξιακής αμφιβολίας και κοινωνικής ανάπλασης.
Ο αριστερισμός των διανοουμένων, επηρέασε τους πάσης φύσεως αντικομφορμιστές που πάλευαν για την κοινωνική δικαίωση, μέσα από την αναθεώρηση των τεκταινομένων, και κυρίως της δικής τους έκφρασης και αντίληψης. Αυτό πέρασε και στην τέχνη του κινηματογράφου, που καθορίστηκε από τα κοινωνικά δεδομένα της εποχής. Ένας νέος σκηνοθέτης, Ιταλός, με «ύποπτα» φρονήματα, επιζητούσε την έκφραση μέσω της αμφιβολίας και της αναθεώρησης.
Ο Μπερνάντο Μπερτολούτσι είχε ήδη κάνει αίσθηση στο ευρύ κοινό, κινηματογραφικό και μη, με την αμφιλεγόμενη ταινία του, το 1972, το «Τελευταίο Τανγκό στο Παρίσι», με πρωταγωνιστές τους Μάρλον Μπράντο και Μαρία Σνάϊντερ. Μια ταινία προκλητική για την εποχή, και βεβαίως υπόπτων υπονοητικών μηνυμάτων, σε μια ταραγμένη και καταπιεστική, κοινωνικώς, περίοδο. Παρόλη την αξιομνημόνευτη πλοκή της και τις ερμηνείες των πρωταγωνιστών της (ο Μάρλον Μπράντο δίνει ρεσιτάλ ερμηνείας και προτάθηκε για Όσκαρ Α’ Ανδρικού Ρόλου, την ίδια χρονιά που το κέρδισε για την ερμηνεία του στο «Νονό», Α’ Ανδρικού επίσης), η ταινία απαγορεύτηκε σε πολλές χώρες.

NovecentoRobertDeNiroΤο 1976, ο Μπερτολούτσι επεχείρησε το ίδιο κινηματογραφικό πείραμα, όσον αφορά τα κοινωνικά
μηνύματα. Ο υπόγειος αντικομφορμισμός, μέσω της υπαρξιακής αμφιβολίας για τα καθεστώτα που διαφεντεύουν. Μεταφερόμαστε στην Ιταλία των αρχών του 20ού αιώνα, με την έξαρση της πάλης των τάξεων. Ο φτωχός, αγροτικός και καταπιεσμένος Νότος, που βιώνει την φιλελεύθερη έκφραση μέσω του Κομμουνισμού, που αντιστέκεται στην διαφέντευση των καπιταλιστικών καθεστώτων, απεικονίζεται στο τετράωρο περίπου, κινηματογραφικό έπος του. Το καστ που επιλέγεται, αξιοθαύμαστο. Ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο, η φωνή του οποίου ντουμπλαρίζεται στην Ιταλική βερσιόν, ενσαρκώνει τον γαλουχημένο, από τη πατερναλιστική νοοτροπία του καπιταλιστή γαιοκτήμονα, εύπορο τοπικό ηγεμόνα, που αμφιταλαντεύεται από την αγάπη για τον φίλο του, νεό κομμουνιστή εργάτη που αγωνίζεται για την λαϊκή δικαίωση, Ζεράρ Ντεπαρντιέ, και το καθήκον προς τα ιδανικά με τα οποία ‘’χτίζει’’ τον χαρακτήρα του. Μια ταινία-αριστούργημα για τα κοινωνικοπολιτικά ιδανικά, που συνδυάζει τη σκηνοθετική άνθηση και την αδρή σεναριακή πλοκή. Το καστ συμπληρώνουν μεγάλα ονόματα του σινεμά, όπως ο Μπαρτ Λάνκαστερ (υποδύεται τον γενάρχη της οικογένειας των γαιοκτημόνων, σε μια υπέροχη ερμηνεία, και ο Ντόναλτν Σάδερλαντ, που ενσαρκώνει τον φιλόδοξο, ναρκισσιστή και διεφθαρμένο βοηθό του Ντε Νίρο. Η ταινία, που σημάδεψε την εποχή της, γυρίστηκε εξ ολοκλήρου στην Ιταλία. Μια μεγάλη στιγμή του παγκοσμίου κινηματογράφου.

(του Γιάννη Χαριτίδη)

a-snake-of-june

Το φίδι του Ιουνίου είναι μια ιστορία εκβιασμού με εικόνες σεξουαλικής ταπείνωσης, δημόσιου αυνανισμού, υπόγειων σαδομαζοχιστικών κλάμπ, σεξ με πρόσθετικά ομοιόματα. Σε ένα πρώτο επίπεδο τα μοτίβα των pink films είναι εμφανή. Ταπεινώσεις, σαδομαζοχιστικά θέματα. Πάντα ακολουθώντας την κλασσική δομή αφέντη-σκλάβου.

Η έμφαση στην φωτογραφική σκοποφιλία και γενικότερα το αχόρταγο βλέμμα του κινηματογραφιστή είναι στις θεματικές του φιλμ. Ο σκηνοθέτης κρατά το ρόλο του Iguchi που καθώς πεθαίνει από καρκίνο καταφέρνει να μην αυτοκτονήσει μέσω της τηλε(φωνικής) βοήθειας της Rinko, μιας γυναίκας με καταπιεσμένη σεξουαλικότητα που εργάζεται σε κέντρο τηλεφωνικής ψυχολογικής υποστήριξης. Ο σύζυγός της είναι ο υποχόνδριος Sararīman Shigehiko. Ένας άνθρωπος μονήρης. Ο Iguchi εκβιάζει την Rinko να απελευθερώσει τις σεξουαλικές της ορμές ως ανταπόδωση για το καλό που του έκανε. Και έτσι αρχίζει ένα παιχνίδι παρακολούθησης, ψυχολογικής και σωματικής βίας ανάμεσα στους τρεις. Ο καταλύτης-σκηνοθέτης Iguchi θα ωθήσει το ζευγάρι στην εξελίξη της σχέσης του προς μια κατεύθυνση αληθινά ανθρώπινη.
Έννοιες όπως η απόλαυση, η ιδιοκτησία και η σεξουαλική λίμπιντο αποκαλύπτονται αλληλοεξαρτόμενες στην περίεργη σχέση του τριγώνου Iguchi-Rinko-Shigehiko. Η συστολή δίνει τόπο στην ελευθερη έκφραση της καταπιεσμένης σεξουαλικότητας. Στο φίδι του Ιουνίου η σύντηξη σάρκας και μετάλλου του Tetsuo έχει δώσει τη θέση της στη μεταμόρφωση μέσω της φωτογραφικής πρακτικής. Η Ρίνκο συνηδητοποιεί σιγά σιγά την ίδια της την ύπαρξη μέσω της θέασης της εικόνας της.

Φωτογραφία, πορνογραφία και η επιθυμία του βλέμματος

A Snake of JuneΟ Tsukamoto κάνει ένα σύνθετο σχόλιο για την ίδια τη φύση της σκοποφιλικής φωτογραφίας. Από τα πρώτα πλάνα το φλάς, ο φακός και μια γυμνή κοπέλα που κάνει έρωτα με το φακό ενός επαγγελματία πορνοφωτογράφου. Την στιγμή εκείνη δεν έχει καν ανοιχτά τα μάτια. Η εικόνα είναι τελείως φαντασιακή. Ο Merleau-Ponty γράφει πως το υποκείμενο θεωρεί μόνο τον εαυτό του ως τέτοιο, καθώς η (οπτική) πρόσληψη σχετίζεται με τη συνείδηση. Κάθε άνθρωπος δεν μπορεί να γνωρίζει άλλη συνείδηση εκτός της δικής του και συνεπώς αντιλαμβάνεται ως υποκείμενο μόνο τον εαυτό του και τους άλλους ως αντικείμενα.
Αφού το βλέμμα αντικειμενοποιεί τα υποκείμενα αυτό που κάνει η φωτογραφία όμως είναι να αντικειμενοποιεί και τον εαυτό μας όταν τη στρέψουμε πάνω μας. Κάποια στιγμή ο ίδιος ο Tsukamoto που υποδύεται τον Iguchi που ετοιμάζεται να πεθάνει, παίρνει φωτογραφία τον ίδιο του τον εαυτό με δυο κάμερες. Μια Νίκον και μια camera obscura που είχε φτιάξει ως παιδί. Εμφανίζοντας τις φωτογραφίες μέσα στα στερεωτικά υγρά, αποκαλύπτεται πως στη
φωτογραφία της Νίκον δεν εμφανίζεται. Έχει πια πεθάνει σαν αντικείμενο. Στην άλλη φωτογραφία παραμένει ως μια παιδική ανάμνηση του εαυτού του.
Αποκαλύπτεται μια δεύτερη ταινία ως δοκίμιο πλέον πάνω στην πρακτική της φωτογραφίας. Το μέσο που μεταμορφώνει και τελικά μεταμορφώνεται.Το είδωλο του ανθρώπινου σώματος πάνω στο φιλμ και τελικά στη φωτογραφία είναι αυτό που βοηθάει τον άνθρωπο να ταυτίσει τον εαυτό του με ένα αντικείμενο.

snakeΟ Merleau-Ponty αναφέρει «μέσω του ειδώλου τα πράγματα αλλαζουν σε θέαμα, το θέαμα σε πράγματα, ο εαυτός μου σε κάποιον άλλο και κάποιος άλλος σε εαυτό μου».
O Vilém Flusser στο Φωτογραφίζοντας ή αλλιώς φτιάχνοντας εικόνες, γράφει πως ο φωτογράφος θα πρέπει να σχηματίσει την δική του ιδέα για να αντιληφθεί τον δικό του δρόμο και σκοπό στο πλαίσιο της υπαρξιακής φωτογράφησης.
Ο Iguchi χάνει την υλική του ύπαρξή αλλά έρχεται πιο κοντά στο Είναι του. Παραιτείται από τη δουλειά και αφοσιώνει το βλέμμα του στην Rinko, σαν ανταπόδοση. Η μεταμόρφωση μέσω του βλέμματος και των τριών θα είναι ριζική. Ο δημόσιος χώρος του ηδονοβλεψία Ο δημόσιος χώρος αναπαρίσταται σαν ένα στενό πεδίο. Με σφιχτά πλάνα από τηλεφακούς και πλάνα πολύ μικρής διάρκειας.
Ο Tsukamoto βιώνοντας την εμπειρία της πόλης ηδονοβλεπτικά μεταφέρει κινηματογραφικά την έννοια της αλληλεξάρτησης του αντικειμενικού με το υποκειμενικό. Οι μεταμορφώσεις, του Iguchi σε ερωτικό φωτογράφο, της Rinko σε μια γυναίκα που αποδέχεται τη σεξουαλικότητά της, και του Shigehiko από συνεσταλμένο και βαρετό Sararīman σε ηδοβλεψία του δημόσιου χώρου υπογραμίζουν πως τα δίπολα υποκείμενο-αντικείμενο, δημόσιο-ιδιωτικό, αφέντης-σκλάβος, ύπαρξη-θάνατος είναι σχέσεις αλληλεξάρτησης. Αυτή την ιδέα διαπερνά όλη την ταινία μέσω της σκηνοθεσίας του σεναρίου και της καλλιτεχνικής διεύθυνσης.

Στη σκηνή της φωτογράφισης στο σκοτεινό (ιδιωτικό-δημόσιο) σοκάκι θα συμβεί ένα μιντιακό τρίο. Κρυμμένος μέσα στο αμάξι ο Iguchi θα κάνει έρωτα με την Rinko που αυνανίζεται γυμνή στη βροχή μέσω του φακού, ενώ ο σύζυγος θα αυνανίζεται με το θέαμα. Και οι τρείς θα έρθουν πλησίον του κινηματογραφικού μονταζ.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1. Tuck Greg, Sex with the City: Urban Spaces, Sexual Encounters and Erotic Spectacle in Tsukamoto Shinya’s Rokugatsu no Hebi – A Snake of June (2003)
2. Mes Tom, IronMan: The Cinema of Shinya Tsukamoto
3. Μ. Merleau-Ponty, Phenomenology of Perception
4. V. Flusser, Φωτογραφίζοντας ή αλλιώς
Φτιάχνοντας Εικόνες
5. Kuo Wei Lan, Technofetishism of Posthuman Bodies: Representations of Cyborgs, Ghosts, and Monsters in Contemporary Japanese Science FictionFilm and Animation
Διαδικτυακά άρθρα
1.http://www.midnighteye.com/reviews/a-snake-of-june
2.http://www.midnighteye.com/interviews/shinya-tsukamoto/

Tideland

Posted: Φεβρουαρίου 28, 2016 in Ανάλυση / Κριτική Ταινιών
Ετικέτες:

(της Εύης Αβδελίδου)

tideland

Για κάποιους η κάθοδος στην κόλαση είναι φυσική. Η φωτιά τους τροφοδοτεί με καπνό για να ανασάνουν. Για το κορίτσι του Terry Gilliam είναι μία ελεύθερη πτώση σε ένα θαυματουργό λαγούμι. Που σε κουράζει πριν φτάσεις στον πάτο έχοντας το βλέμμα πάνω της. Στο σπίτι του κοριτσιού οι φωνές όλων τους εκτοξεύονται σε παράλληλες τροχιές και τα βλέμματα προσκρούουν οπουδήποτε εκτός από εκεί που θα φώλιαζαν. Η ντροπή περνιέται για αγάπη. Οι στιγμές για ευτυχία. Και τα στάχυα για λιβάδια.
tideland1Οι γονείς ρίχνουν σπόρο μέσα από μια σύριγγα για να ανθίσει στο φόβο η ομορφιά. Δεν το ήθελαν, αλλά έτσι μπόλιασαν στο κορίτσι την ικανότητά του να γίνεται η μητέρα του εαυτού του. Τα μαύρα μαλλιά του γίνονται κουρτίνες προστασίας και η βαλίτσα που κρατά αναλαμβάνει, εκείνη, να το κουβαλάει και να το ξεκουράζει. Αντί να καθρεφτίζεται μπροστά σε δυο μάτια, βρίσκεται μόνη της σε ένα σκληρό γυαλί που περιέχει περισσότερα από ένα ματωμένο κρεβάτια. Με μαμάδες καρφωμένες στα δάχτυλα μόνο ένα τρένο της είχε μείνει. Να συνομιλεί μαζί του ουρλιάζοντας πως δε χόρτασε. Το κορίτσι ζητά να το αφήσουν να κολυμπά, κρυμμένο μέσα στα ίδια στάχυα με ένα αγόρι με διάφανο δέρμα και να βλέπουν μαζί σκιουράκια να χορεύουν με βατράχους. Aρνείται να φτάσει στον πάτο του λαγουμιού, ξέρει πως θα μυρίζει φωτιά. Αποσπά τις μαμάδες από τα δάχτυλα και η νέα μορφή δημιουργείται.
Ανθίζει η μητέρα του εαυτού της. Μια μητέρα που ριζώνει ανάποδα.

Mala Noche

Posted: Φεβρουαρίου 23, 2016 in Ανάλυση / Κριτική Ταινιών
Ετικέτες:

(της Εύης Αβδελίδου)

malanocheposter

Κακή Νύχτα. Η διχοτόμηση αυτή κάνει το φιλμ να μυρίζει έρωτα. Κάποιοι χρειάζονται να βουτήξουν στις εμμονές των άλλων για να κατορθώσουν να ντύσουν με νόημα τις δικές τους. Ο ποιητής παραμερίζει καρό πουκάμισα και ξεραμένους καφέδες για να αρθρώσει: «When you fuck with the bulls you get the corn».
Δύο άνθρωποι που δεν αντέχουν τις κορυφώσεις και αρκούνται στους αντιχρονισμούς συναισθημάτων. Που νομιμοποιούν τη συνεχή παρουσία των ενδιάμεσων φίλων ή του ενδιάμεσου
άντρα επειδή φοβούνται το αναπόφευκτο της ένωσής τους.

mala_noche_6_gus_van_santΚαι τελικά μοιράζονται ανάμεσα στον πόθο και στην εκπλήρωσή του. Στη φαντασίωση του ανέφικτου και στην άνεση των σωμάτων. Αδυνατούν να τα ενώσουν. Και η τιμωρία τους γι αυτό, ή η αμοιβή τους, είναι να τα χάνουν όλα. Η τιμωρία του να αρχίζει κάτι με βία, με τις στάθμες των αισθήσεων άνισες.

Με τη φυγή και τη φτώχεια καμβάδες για να ξεδιπλωθούν σωματικά τοπία, δε ρέουν οι αισθήσεις, παρά αθροίζονται οι υπάρξεις.Ο ποιητής συμπυκνώνει τα σημαίνοντα που θα ξετυλίξει στα επόμενα φιλμ, εύθραυστα σώματα, νεότητα, όπλα, ισορροπίες δυνάμεων, πλάτες που ανησυχούν και δρόμος. Η εφηβεία προστατευμένη σε ασπρόμαυρο χαρτί.