Archive for the ‘Ανάλυση / Κριτική Ταινιών’ Category

The Birds

Posted: Μαρτίου 2, 2016 in Ανάλυση / Κριτική Ταινιών
Ετικέτες:

(της Κατερίνας Τριχιά)

poster-birds-the_02

Η ταινία «The Birds» γυρίστηκε στην Καλιφόρνια και στα στούντιο της Universal στην Καλιφόρνια. Η παγκόσμια πρεμιέρα της ήταν στην Νέα Υόρκη στις 23 Μαρτίου του 1963. Αρχικά, το σενάριο προοριζόταν για την εβδομαδιαία, δημοφιλή, τηλεοπτική σειρά «Alfred Hitchcock Presents». Με αυτήν την ταινία και το «Μernie» της επόμενης χρονιάς ο Hitchcock απέδειξε ότι δεν είχε χάσει την ικανότητά του να φτιάχνει κινηματογραφικά αριστουργήματα, να διατηρεί την δημοτικότητά του στους κινηματογραφικούς οπαδούς και να εγκωμιάζεται από τους κριτικούς, καθώς περνούσε στην εποχή του 1960. Σε αυτήν του τη δημοφιλή προσπάθεια κατάφερε να χειριστεί τα μέχρι τώρα οικεία θέματα ενοχής και παράνοιας με τo εμπορικά στυλιστικό άνθισμα της γρήγορης σύνταξης των πλάνων, των λεπτών χειρισμών της κάμερας και τις προσεκτικές προπαρασκευές στα κινηματογραφικά πλατό.

4106Ο Hitchcock ανήκει στο στυλ του Κλασικού Hollywood. Σέβεται σε μεγάλο βαθμό τις συμβάσεις του στυλ, κυρίως για τη μορφή του σεναρίου, τον τρόπο του μοντάζ και το χειρισμό της κάμερας. Παρά ταύτα, μερικές φορές παραβιάζει τους κανόνες αυτούς με στόχο να ξαφνιάσει τους θεατές του και να δώσει κάποιο ιδιαίτερο νόημα σε μια σκηνή ή σε μια λήψη. Το έντονο προσωπικό του στυλ που χαρακτηρίζει όλες τις ταινίες του, έχει μια σειρά από αγαπημένα μοτίβα, τα οποία επαναλαμβάνει σε πολλά από τα έργα του. Για παράδειγμα, είχε μια ιδιαίτερη αδυναμία στις ψυχρές ξανθές συγκρατημένες και καθωσπρέπει ηρωίδες, οι οποίες κάτω από πίεση αποκαλύπτουν ένα εκρηκτικό και σε ένα βαθμό βίαιο χαρακτήρα. Άλλο ισχυρό μοτίβο είναι η καταπιεστική μητέρα που συνήθως καταδυναστεύει έναν άνδρα ήρωα. Χαρακτηριστικές επίσης, είναι οι cameo εμφανίσεις του σκηνοθέτη στο έργο του. Τα στοιχεία αυτά οι κριτικοί τα θεώρησαν μια προσωπική σφραγίδα του σκηνοθέτη, η οποία αποδείκνυε τη συνέπεια της καλλιτεχνικής του έκφρασης και τον καθιστούσε δημιουργό.

Σύνοψη:
screenshot2H Melanie Daniels (Tippi Hedren) είναι μια κοσμική και πλούσια δεσποινίδα του Σαν Φρανσίσκο, ζει άνετα, κάνει φάρσες, για να σκοτώσει την ώρα της και έχει μάθει να παίρνει πάντα αυτό που θέλει. Συναντά τον γοητευτικό Mitch Brenner (Rod Taylor) σε ένα κατάστημα πουλιών. Εκείνος τη γνωρίζει από ένα δικαστήριο και υποκρίνεται ότι τη θεώρησε για πωλήτρια. Όταν αντιλαμβάνεται το αστείο του, η Melanie μαθαίνει την ταυτότητά του και αποφασίζει να του κάνει μια αντίστοιχη φάρσα. Αγοράζει δύο παπαγαλάκια και τον επισκέπτεται στο σπίτι του. Εκεί μαθαίνει από έναν γείτονα ότι ο Mitch περνάει τα σαββατοκύριακά του στο νησί Bodega Bay συντροφιά με τη χήρα μητέρα του, Lydia (Jessica Tandy) και την εντεκάχρονη αδελφή του, Cathy (Veronica Cartwright). Μη χάνοντας χρόνο ξεκινά το ταξίδι της προς το νησί, μαθαίνει ποιο είναι το σπίτι του, νοικιάζει μια βάρκα και πηγαίνει στην απέναντι όχθη. Αφήνει τα παπαγαλάκια ως δώρο για τα γενέθλια της Cathy. Ο Mitch την αντιλαμβάνεται και οδηγώντας το αυτοκίνητό του τρέχει να την προλάβει. Λίγα δευτερόλεπτα πριν συναντηθούν, γίνεται η πρώτη επίθεση από έναν γλάρο, που τραυματίζει τη Melanie. Εκείνη, σαγηνεμένη από τον Mitch και χτυπημένη παίρνει την απόφαση να διανυκτερεύσει στο σπίτι της δασκάλας και πρώην ερωμένης του Mitch, Annie Hayworth (Susanne Pleshette), η οποία την ενημερώνει για τα κτητικά συναισθήματα της Lydia προς το γιο της. Στις επόμενες σκηνές οι σχέσεις της Melanie με όλα τα πρόσωπα γίνονται πιο στενές, τα ως τώρα άκακα πουλιά επιτίθενται σε άτακτα χρονικά διαστήματα με φονικά αποτελέσματα και το Bodega Bay βρίσκεται σε κατάσταση κινδύνου. Αν και οι κάτοικοι αρχικά θεωρούν απίθανη την ομαδική αυτή επίθεση από τα πουλιά, σε μια μεγαλειώδη σκηνή καταστροφής αντιλαμβάνονται την πραγματικότητα και είτε οχυρώνονται στα σπίτια τους, είτε εγκαταλείπουν το νησί. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν οι πρωταγωνιστές του Hitchcock που καθυστερημένα θα κατευθυνθούν προς το Σαν Φρανσίσκο, υπό το βλέμμα των κυρίαρχων πουλιών. Στο «The Birds» συναντάμε και τα τέσσερα χαρακτηριστικά των ταινιών του Hitchcock ως προς τα σεναριακά ευρήματα.

0647Πρώτον, το ότι εκτός από την κεντρική υπόθεση μυστηρίου τα έργα του έχουν σχεδόν πάντοτε μια δεύτερη υπόθεση, η οποία περιλαμβάνει την ερωτική σχέση των πρωταγωνιστών του. Το μυστήριο αρχίζει από την ερώτηση: Γιατί εφορμούν τα πουλιά; Όσο βλακώδες και αν φαίνεται στη λογική αυτό το ερώτημα, προκαλεί τον τρόμο, διότι πρόκειται για τη συμβολική εισβολή ενός φαντασιακού στοιχείου ως από άλλες διαστάσεις, στον ψυχικό κόσμο του θεατή της ταινίας. Το επόμενο ερώτημα, πώς αντιμετωπίζει κανείς μια οργανωμένη επίθεση από πουλιά, επιτείνει το άγχος και αυξάνει τον αόριστο φόβο. Με λίγες αρχικές κινήσεις, ο θεατής νιώθει ένα ρήγμα στην ψυχική του πραγματικότητα που εκχέει τρόμο. Οι κυριότερες προσεγγίσεις σχετικά με την επιθετικότητα των πουλιών είναι δύο. Μία καθαρά ψυχαναλυτική προσέγγιση προσπαθεί να ερμηνεύσει την επιθετικότητα των πουλιών μέσα από το οιδιπόδειο σύμπλεγμα, την αντίδραση δηλαδή της Lydia στον ερωτικό δεσμό της Melanie και του γιου της Mitch, που γεννά την παράλληλη αντίδραση των πουλιών, τα οποία εκφράζουν τις εντάσεις ανάμεσα στους χαρακτήρες του έργου, φτάνοντας στο σημείο να σκοτώσουν τη δασκάλα Annie. Από την άλλη, μια θρησκευτική προσέγγιση βλέπει τα πουλιά σαν μια κοσμογονική παραβολή απέναντι στις έννοιες του Χάους, της καταστροφής, της Αγάπης και της Σωτηρίας. Οι παραπάνω ερμηνείες (και οι διάφορες παραλλαγές τους) παρά τη γοητεία τους, χωλαίνουν στο ότι είναι ανεπαρκώς θεμελιωμένες.
Αν και καμία δεν είναι τελείως αυθαίρετη, όλες τους στηρίζονται σε συμπεράσματα που μπορεί να εξηγήσουν μεμονωμένες επιθέσεις των πουλιών, όχι όμως όλες τις σκηνές της ταινίας. Ο ίδιος ο Hitchcock δεν αιτιολογεί ούτε στην ταινία εμφανώς, ούτε σε δηλώσεις του τη φονική αυτή επιθετικότητα, για αυτό θεωρείται το «The Birds» η μοναδική ταινία φανταστικού στη φιλμογραφία του.

Tippi-HedrenΔεύτερον, το ότι περιλαμβάνεται στην υπόθεση του έργου μια κεντρική ιδέα, η οποία είναι μια εικόνα – σύμβολο μέσα στο έργο και επαναλαμβάνεται συχνά μέσα σε αυτό οδηγώντας το στην κλιμάκωσή του. Από την πρώτη σκηνή της ταινίας στο κατάστημα με τα εκατοντάδες αιχμάλωτα ζώα σε κλουβιά, την παρεμπόδιση των κανόνων της φύσης αλλά και την καταιγίδα που βγάζει τους γλάρους στην ακτή, ο Hitchcock κάνει σαφέστατη μία από της εκδοχές της. Συσχετίζει έξοχα τις δυνάμεις της φύσης και μετατρέπει τα πουλιά στον εξολοθρευτή άγγελο που θα εκδικηθεί, ως μία αρχέγονη δύναμη της φύσης, τον δυτικό άνθρωπο και τον άπληστο αστικό πολιτισμό του. Στη σκηνή γνωριμίας ο Mitch πιάνει στο κατάστημα των πτηνών ένα καναρίνι που ξέφυγε και αφού το βάζει στο κλουβί του, λέει στη Melanie: «Σας βάζω στο χρυσό κλουβί σας, Melanie Daniels». Στη συνέχεια, όταν η Melanie, στην προσπάθειά της να προφυλαχθεί από τα πουλιά, κλείνεται σε έναν τηλεφωνικό θάλαμο, θα είναι σαν να είναι πουλί μες στο κλουβί και την ίδια τύχη θα έχουν και οι υπόλοιποι πρωταγωνιστές στην τελική πολιορκία του σπιτιού-οχυρού από τα πουλιά. Όσο για τη Melanie, θα ταυτιστεί μετά την επίθεση και τον τραυματισμό της με τα πουλιά και ο Hitchcock θα την κινηματογραφήσει σαν ένα λαβωμένο πουλί στην σκηνή που την μεταφέρει ο Mitch και η Lydia προς το αυτοκίνητο. «Η παλιά σύγκρουση ανάμεσα στους ανθρώπους και τα πουλιά αντιστρέφεται και αυτήν τη φορά ο άνθρωπος είναι στο κλουβί και τα πουλιά ελεύθερα».

Τρίτον, το ότι στηρίζεται στο συναίσθημα της αυξανόμενης αγωνίας του θεατή και όχι στην έκπληξη και το ξάφνισμα. Το συναίσθημα αυτό επιτυγχάνεται με το να δίνει ο σκηνοθέτης κάποιες πληροφορίες στον θεατή τις οποίες οι ήρωες του δεν γνωρίζουν. Ο θεατής έχει αγωνία για το τί θα γίνει όταν οι ήρωες ανακαλύψουν την αλήθεια. O Hitchcock άλλωστε, έχει τον τίτλο του μετρ του σασπένς.

Tippi-Hendren-The-Birds-1963-stars-from-the-past-31734107-1713-2111Τέταρτον, το ότι ξεκινά με μία σεναριακή ιδέα, η οποία προκαλεί το ενδιαφέρον και την περιέργεια του θεατή. Ο θεατής επιθυμεί να μάθει περισσότερα για αυτό, αλλά αποδεικνύεται ότι το θέμα του έργου τελικά δεν είχε σχέση με αυτό και τελικά αυτή η ιδέα είναι ψευδής και αδιάφορη. Πρόκειται για το τέχνασμα που ο σκηνοθέτης χρησιμοποιεί, για να ξεγελάσει το θεατή και μετά να τον ξαφνιάσει. Για παράδειγμα ο θεατής τείνει να ενδιαφερθεί για τη σχέση του Mitch με την Annie, για τη μητέρα της Melanie που την εγκατέλειψε στα έντεκα της χρόνια, για το θάνατο του πατέρα του Mitch, για το τι συνέβη στις διακοπές της Melanie στην Ρώμη κ.α. Το γιατί αφήνει αναπάντητα ερωτήματα, ίσως μας το απαντά ο Hitchcock με την δήλωση του στον Francois Truffaut: «Στα Πουλιά δούλεψα έτσι ώστε το κοινό να μην μπορεί ποτέ να μαντέψει τι πρόκειται να συμβεί στην επόμενη σκηνή. Πάνε στον κινηματογράφο, κάθονται και λένε: Α! Εγώ ξέρω τι πρόκειται να συμβεί. Για αυτό και εγώ είμαι υποχρεωμένος να τους προκαλέσω: Α! Έτσι νομίζετε; Θα δούμε!»

Τέλος, πρέπει να αναφέρω ότι, για να γυρίσει τις σκηνές των πουλιών ο Hitchcock χρησιμοποίησε μια σύνθετη τεχνική που ανατρέχει στις μακέτες, τις διαφάνειες, τα κινούμενα σχέδια και ειδικά γυμνασμένα πουλιά. Για να εντείνει τη δραματική ένταση, στην παραδοσιακή μουσική του Bernard Herrmann έβαλε ηλεκτρονική μουσική και έγινε για μια ακόμα φορά προάγγελος της σημερινής εποχής, όπου το συνθεσάιζερ είναι κανόνας στην κινηματογραφική μουσική.
Τα πουλιά είχαν στην εποχή τους μια ψυχρή κριτική υποδοχή και μία μέτρια εμπορική επιτυχία. Παρόλα αυτά, έχουν γίνει πολλές προσπάθειες για ριμέικ της και σύμφωνα με δημοσιεύματα του 2009 θα γίνει μία ακόμη από τον Έλληνα Ντένη Ηλιάδη.

Novecento

Posted: Μαρτίου 2, 2016 in Ανάλυση / Κριτική Ταινιών
Ετικέτες:

(του Στέλιου Μπογιατζιδάκη)

35ebaa6ff7be45b716a879eb8e464000

Το 1976, βρισκόμαστε εν μέσω μιας, κατά γενική ομολογία, προσπάθειας για εξομάλυνση των κοινωνικοπολιτικών συνθηκών παγκοσμίως, μιας εποχής που σημαδεύτηκε, στα μέσα εκείνης της δεκαετίας, από «ηθογραφικές» ταραχές,οι οποίες καθόρισαν την ουμανιστική οπτική. Ο Γαλλικός Μάης του 1968, που έδωσε το έναυσμα για πολιτιστική αντίδραση και ανατροπή των πουριτανικών κατεστημένων καθωσπρεπισμού και καταπίεσης, παράλληλα με την έξαρση ενός ιδιότροπου κινήματος αντισυμβατικότητας στην Αμερική, των χίππις, ήταν οι συνειρμικοί ταγοί της ολικής αλλαγής των παγκόσμιων απόψεων. Τα δικτατορικά καθεστώτα που ράπισαν την αξιοπρέπεια και τη συνείδηση, και που αποτέλεσαν αντικείμενο κατακραυγής και αγωνιστικής δύναμης εναντίον τους, όπως συνέβη στην Ελλάδα, τη Χιλή και την Αργεντινή, θεμελίωσαν τις πολιτισμικές αντιλήψεις περί υπαρξιακής αμφιβολίας και κοινωνικής ανάπλασης.
Ο αριστερισμός των διανοουμένων, επηρέασε τους πάσης φύσεως αντικομφορμιστές που πάλευαν για την κοινωνική δικαίωση, μέσα από την αναθεώρηση των τεκταινομένων, και κυρίως της δικής τους έκφρασης και αντίληψης. Αυτό πέρασε και στην τέχνη του κινηματογράφου, που καθορίστηκε από τα κοινωνικά δεδομένα της εποχής. Ένας νέος σκηνοθέτης, Ιταλός, με «ύποπτα» φρονήματα, επιζητούσε την έκφραση μέσω της αμφιβολίας και της αναθεώρησης.
Ο Μπερνάντο Μπερτολούτσι είχε ήδη κάνει αίσθηση στο ευρύ κοινό, κινηματογραφικό και μη, με την αμφιλεγόμενη ταινία του, το 1972, το «Τελευταίο Τανγκό στο Παρίσι», με πρωταγωνιστές τους Μάρλον Μπράντο και Μαρία Σνάϊντερ. Μια ταινία προκλητική για την εποχή, και βεβαίως υπόπτων υπονοητικών μηνυμάτων, σε μια ταραγμένη και καταπιεστική, κοινωνικώς, περίοδο. Παρόλη την αξιομνημόνευτη πλοκή της και τις ερμηνείες των πρωταγωνιστών της (ο Μάρλον Μπράντο δίνει ρεσιτάλ ερμηνείας και προτάθηκε για Όσκαρ Α’ Ανδρικού Ρόλου, την ίδια χρονιά που το κέρδισε για την ερμηνεία του στο «Νονό», Α’ Ανδρικού επίσης), η ταινία απαγορεύτηκε σε πολλές χώρες.

NovecentoRobertDeNiroΤο 1976, ο Μπερτολούτσι επεχείρησε το ίδιο κινηματογραφικό πείραμα, όσον αφορά τα κοινωνικά
μηνύματα. Ο υπόγειος αντικομφορμισμός, μέσω της υπαρξιακής αμφιβολίας για τα καθεστώτα που διαφεντεύουν. Μεταφερόμαστε στην Ιταλία των αρχών του 20ού αιώνα, με την έξαρση της πάλης των τάξεων. Ο φτωχός, αγροτικός και καταπιεσμένος Νότος, που βιώνει την φιλελεύθερη έκφραση μέσω του Κομμουνισμού, που αντιστέκεται στην διαφέντευση των καπιταλιστικών καθεστώτων, απεικονίζεται στο τετράωρο περίπου, κινηματογραφικό έπος του. Το καστ που επιλέγεται, αξιοθαύμαστο. Ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο, η φωνή του οποίου ντουμπλαρίζεται στην Ιταλική βερσιόν, ενσαρκώνει τον γαλουχημένο, από τη πατερναλιστική νοοτροπία του καπιταλιστή γαιοκτήμονα, εύπορο τοπικό ηγεμόνα, που αμφιταλαντεύεται από την αγάπη για τον φίλο του, νεό κομμουνιστή εργάτη που αγωνίζεται για την λαϊκή δικαίωση, Ζεράρ Ντεπαρντιέ, και το καθήκον προς τα ιδανικά με τα οποία ‘’χτίζει’’ τον χαρακτήρα του. Μια ταινία-αριστούργημα για τα κοινωνικοπολιτικά ιδανικά, που συνδυάζει τη σκηνοθετική άνθηση και την αδρή σεναριακή πλοκή. Το καστ συμπληρώνουν μεγάλα ονόματα του σινεμά, όπως ο Μπαρτ Λάνκαστερ (υποδύεται τον γενάρχη της οικογένειας των γαιοκτημόνων, σε μια υπέροχη ερμηνεία, και ο Ντόναλτν Σάδερλαντ, που ενσαρκώνει τον φιλόδοξο, ναρκισσιστή και διεφθαρμένο βοηθό του Ντε Νίρο. Η ταινία, που σημάδεψε την εποχή της, γυρίστηκε εξ ολοκλήρου στην Ιταλία. Μια μεγάλη στιγμή του παγκοσμίου κινηματογράφου.

(του Γιάννη Χαριτίδη)

a-snake-of-june

Το φίδι του Ιουνίου είναι μια ιστορία εκβιασμού με εικόνες σεξουαλικής ταπείνωσης, δημόσιου αυνανισμού, υπόγειων σαδομαζοχιστικών κλάμπ, σεξ με πρόσθετικά ομοιόματα. Σε ένα πρώτο επίπεδο τα μοτίβα των pink films είναι εμφανή. Ταπεινώσεις, σαδομαζοχιστικά θέματα. Πάντα ακολουθώντας την κλασσική δομή αφέντη-σκλάβου.

Η έμφαση στην φωτογραφική σκοποφιλία και γενικότερα το αχόρταγο βλέμμα του κινηματογραφιστή είναι στις θεματικές του φιλμ. Ο σκηνοθέτης κρατά το ρόλο του Iguchi που καθώς πεθαίνει από καρκίνο καταφέρνει να μην αυτοκτονήσει μέσω της τηλε(φωνικής) βοήθειας της Rinko, μιας γυναίκας με καταπιεσμένη σεξουαλικότητα που εργάζεται σε κέντρο τηλεφωνικής ψυχολογικής υποστήριξης. Ο σύζυγός της είναι ο υποχόνδριος Sararīman Shigehiko. Ένας άνθρωπος μονήρης. Ο Iguchi εκβιάζει την Rinko να απελευθερώσει τις σεξουαλικές της ορμές ως ανταπόδωση για το καλό που του έκανε. Και έτσι αρχίζει ένα παιχνίδι παρακολούθησης, ψυχολογικής και σωματικής βίας ανάμεσα στους τρεις. Ο καταλύτης-σκηνοθέτης Iguchi θα ωθήσει το ζευγάρι στην εξελίξη της σχέσης του προς μια κατεύθυνση αληθινά ανθρώπινη.
Έννοιες όπως η απόλαυση, η ιδιοκτησία και η σεξουαλική λίμπιντο αποκαλύπτονται αλληλοεξαρτόμενες στην περίεργη σχέση του τριγώνου Iguchi-Rinko-Shigehiko. Η συστολή δίνει τόπο στην ελευθερη έκφραση της καταπιεσμένης σεξουαλικότητας. Στο φίδι του Ιουνίου η σύντηξη σάρκας και μετάλλου του Tetsuo έχει δώσει τη θέση της στη μεταμόρφωση μέσω της φωτογραφικής πρακτικής. Η Ρίνκο συνηδητοποιεί σιγά σιγά την ίδια της την ύπαρξη μέσω της θέασης της εικόνας της.

Φωτογραφία, πορνογραφία και η επιθυμία του βλέμματος

A Snake of JuneΟ Tsukamoto κάνει ένα σύνθετο σχόλιο για την ίδια τη φύση της σκοποφιλικής φωτογραφίας. Από τα πρώτα πλάνα το φλάς, ο φακός και μια γυμνή κοπέλα που κάνει έρωτα με το φακό ενός επαγγελματία πορνοφωτογράφου. Την στιγμή εκείνη δεν έχει καν ανοιχτά τα μάτια. Η εικόνα είναι τελείως φαντασιακή. Ο Merleau-Ponty γράφει πως το υποκείμενο θεωρεί μόνο τον εαυτό του ως τέτοιο, καθώς η (οπτική) πρόσληψη σχετίζεται με τη συνείδηση. Κάθε άνθρωπος δεν μπορεί να γνωρίζει άλλη συνείδηση εκτός της δικής του και συνεπώς αντιλαμβάνεται ως υποκείμενο μόνο τον εαυτό του και τους άλλους ως αντικείμενα.
Αφού το βλέμμα αντικειμενοποιεί τα υποκείμενα αυτό που κάνει η φωτογραφία όμως είναι να αντικειμενοποιεί και τον εαυτό μας όταν τη στρέψουμε πάνω μας. Κάποια στιγμή ο ίδιος ο Tsukamoto που υποδύεται τον Iguchi που ετοιμάζεται να πεθάνει, παίρνει φωτογραφία τον ίδιο του τον εαυτό με δυο κάμερες. Μια Νίκον και μια camera obscura που είχε φτιάξει ως παιδί. Εμφανίζοντας τις φωτογραφίες μέσα στα στερεωτικά υγρά, αποκαλύπτεται πως στη
φωτογραφία της Νίκον δεν εμφανίζεται. Έχει πια πεθάνει σαν αντικείμενο. Στην άλλη φωτογραφία παραμένει ως μια παιδική ανάμνηση του εαυτού του.
Αποκαλύπτεται μια δεύτερη ταινία ως δοκίμιο πλέον πάνω στην πρακτική της φωτογραφίας. Το μέσο που μεταμορφώνει και τελικά μεταμορφώνεται.Το είδωλο του ανθρώπινου σώματος πάνω στο φιλμ και τελικά στη φωτογραφία είναι αυτό που βοηθάει τον άνθρωπο να ταυτίσει τον εαυτό του με ένα αντικείμενο.

snakeΟ Merleau-Ponty αναφέρει «μέσω του ειδώλου τα πράγματα αλλαζουν σε θέαμα, το θέαμα σε πράγματα, ο εαυτός μου σε κάποιον άλλο και κάποιος άλλος σε εαυτό μου».
O Vilém Flusser στο Φωτογραφίζοντας ή αλλιώς φτιάχνοντας εικόνες, γράφει πως ο φωτογράφος θα πρέπει να σχηματίσει την δική του ιδέα για να αντιληφθεί τον δικό του δρόμο και σκοπό στο πλαίσιο της υπαρξιακής φωτογράφησης.
Ο Iguchi χάνει την υλική του ύπαρξή αλλά έρχεται πιο κοντά στο Είναι του. Παραιτείται από τη δουλειά και αφοσιώνει το βλέμμα του στην Rinko, σαν ανταπόδοση. Η μεταμόρφωση μέσω του βλέμματος και των τριών θα είναι ριζική. Ο δημόσιος χώρος του ηδονοβλεψία Ο δημόσιος χώρος αναπαρίσταται σαν ένα στενό πεδίο. Με σφιχτά πλάνα από τηλεφακούς και πλάνα πολύ μικρής διάρκειας.
Ο Tsukamoto βιώνοντας την εμπειρία της πόλης ηδονοβλεπτικά μεταφέρει κινηματογραφικά την έννοια της αλληλεξάρτησης του αντικειμενικού με το υποκειμενικό. Οι μεταμορφώσεις, του Iguchi σε ερωτικό φωτογράφο, της Rinko σε μια γυναίκα που αποδέχεται τη σεξουαλικότητά της, και του Shigehiko από συνεσταλμένο και βαρετό Sararīman σε ηδοβλεψία του δημόσιου χώρου υπογραμίζουν πως τα δίπολα υποκείμενο-αντικείμενο, δημόσιο-ιδιωτικό, αφέντης-σκλάβος, ύπαρξη-θάνατος είναι σχέσεις αλληλεξάρτησης. Αυτή την ιδέα διαπερνά όλη την ταινία μέσω της σκηνοθεσίας του σεναρίου και της καλλιτεχνικής διεύθυνσης.

Στη σκηνή της φωτογράφισης στο σκοτεινό (ιδιωτικό-δημόσιο) σοκάκι θα συμβεί ένα μιντιακό τρίο. Κρυμμένος μέσα στο αμάξι ο Iguchi θα κάνει έρωτα με την Rinko που αυνανίζεται γυμνή στη βροχή μέσω του φακού, ενώ ο σύζυγος θα αυνανίζεται με το θέαμα. Και οι τρείς θα έρθουν πλησίον του κινηματογραφικού μονταζ.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1. Tuck Greg, Sex with the City: Urban Spaces, Sexual Encounters and Erotic Spectacle in Tsukamoto Shinya’s Rokugatsu no Hebi – A Snake of June (2003)
2. Mes Tom, IronMan: The Cinema of Shinya Tsukamoto
3. Μ. Merleau-Ponty, Phenomenology of Perception
4. V. Flusser, Φωτογραφίζοντας ή αλλιώς
Φτιάχνοντας Εικόνες
5. Kuo Wei Lan, Technofetishism of Posthuman Bodies: Representations of Cyborgs, Ghosts, and Monsters in Contemporary Japanese Science FictionFilm and Animation
Διαδικτυακά άρθρα
1.http://www.midnighteye.com/reviews/a-snake-of-june
2.http://www.midnighteye.com/interviews/shinya-tsukamoto/

Tideland

Posted: Φεβρουαρίου 28, 2016 in Ανάλυση / Κριτική Ταινιών
Ετικέτες:

(της Εύης Αβδελίδου)

tideland

Για κάποιους η κάθοδος στην κόλαση είναι φυσική. Η φωτιά τους τροφοδοτεί με καπνό για να ανασάνουν. Για το κορίτσι του Terry Gilliam είναι μία ελεύθερη πτώση σε ένα θαυματουργό λαγούμι. Που σε κουράζει πριν φτάσεις στον πάτο έχοντας το βλέμμα πάνω της. Στο σπίτι του κοριτσιού οι φωνές όλων τους εκτοξεύονται σε παράλληλες τροχιές και τα βλέμματα προσκρούουν οπουδήποτε εκτός από εκεί που θα φώλιαζαν. Η ντροπή περνιέται για αγάπη. Οι στιγμές για ευτυχία. Και τα στάχυα για λιβάδια.
tideland1Οι γονείς ρίχνουν σπόρο μέσα από μια σύριγγα για να ανθίσει στο φόβο η ομορφιά. Δεν το ήθελαν, αλλά έτσι μπόλιασαν στο κορίτσι την ικανότητά του να γίνεται η μητέρα του εαυτού του. Τα μαύρα μαλλιά του γίνονται κουρτίνες προστασίας και η βαλίτσα που κρατά αναλαμβάνει, εκείνη, να το κουβαλάει και να το ξεκουράζει. Αντί να καθρεφτίζεται μπροστά σε δυο μάτια, βρίσκεται μόνη της σε ένα σκληρό γυαλί που περιέχει περισσότερα από ένα ματωμένο κρεβάτια. Με μαμάδες καρφωμένες στα δάχτυλα μόνο ένα τρένο της είχε μείνει. Να συνομιλεί μαζί του ουρλιάζοντας πως δε χόρτασε. Το κορίτσι ζητά να το αφήσουν να κολυμπά, κρυμμένο μέσα στα ίδια στάχυα με ένα αγόρι με διάφανο δέρμα και να βλέπουν μαζί σκιουράκια να χορεύουν με βατράχους. Aρνείται να φτάσει στον πάτο του λαγουμιού, ξέρει πως θα μυρίζει φωτιά. Αποσπά τις μαμάδες από τα δάχτυλα και η νέα μορφή δημιουργείται.
Ανθίζει η μητέρα του εαυτού της. Μια μητέρα που ριζώνει ανάποδα.

Mala Noche

Posted: Φεβρουαρίου 23, 2016 in Ανάλυση / Κριτική Ταινιών
Ετικέτες:

(της Εύης Αβδελίδου)

malanocheposter

Κακή Νύχτα. Η διχοτόμηση αυτή κάνει το φιλμ να μυρίζει έρωτα. Κάποιοι χρειάζονται να βουτήξουν στις εμμονές των άλλων για να κατορθώσουν να ντύσουν με νόημα τις δικές τους. Ο ποιητής παραμερίζει καρό πουκάμισα και ξεραμένους καφέδες για να αρθρώσει: «When you fuck with the bulls you get the corn».
Δύο άνθρωποι που δεν αντέχουν τις κορυφώσεις και αρκούνται στους αντιχρονισμούς συναισθημάτων. Που νομιμοποιούν τη συνεχή παρουσία των ενδιάμεσων φίλων ή του ενδιάμεσου
άντρα επειδή φοβούνται το αναπόφευκτο της ένωσής τους.

mala_noche_6_gus_van_santΚαι τελικά μοιράζονται ανάμεσα στον πόθο και στην εκπλήρωσή του. Στη φαντασίωση του ανέφικτου και στην άνεση των σωμάτων. Αδυνατούν να τα ενώσουν. Και η τιμωρία τους γι αυτό, ή η αμοιβή τους, είναι να τα χάνουν όλα. Η τιμωρία του να αρχίζει κάτι με βία, με τις στάθμες των αισθήσεων άνισες.

Με τη φυγή και τη φτώχεια καμβάδες για να ξεδιπλωθούν σωματικά τοπία, δε ρέουν οι αισθήσεις, παρά αθροίζονται οι υπάρξεις.Ο ποιητής συμπυκνώνει τα σημαίνοντα που θα ξετυλίξει στα επόμενα φιλμ, εύθραυστα σώματα, νεότητα, όπλα, ισορροπίες δυνάμεων, πλάτες που ανησυχούν και δρόμος. Η εφηβεία προστατευμένη σε ασπρόμαυρο χαρτί.

Sweet Movie

Posted: Φεβρουαρίου 22, 2016 in Ανάλυση / Κριτική Ταινιών
Ετικέτες:

(του Δημήτρη Κεχρή)

sweet-movie-1974-04-g

Επανάσταση, σαδομαζοχισμός, παιδεραστία, κιτς διαφημιστικά σποτ, εκρήξεις εμετού, ουροφιλία, κομμουνιστικά άσματα, σεξ σε δημόσιους χώρους, κοπρολαγνεία, δολοφονίες παιδιών, θλιβερά wannabe glamorous καλλιστεία υπό τους ήχους αφρικανικών κρουστών, έρωτας βουτηγμένος (κυριολεκτικά) στη ζάχαρη με τη συνοδεία ενός ποντικού, ένας ποδηλάτης-ναύτης του θωρηκτού Potemkin, αυνανισμός μέσα σε ένα πελώριο μπουκάλι γάλα και πολλά άλλα «αταίριαστα» συνθέτουν το βλάσφημο κινηματογραφικό κολλάζ στο οποίο ο Dusan Makavejev επέλεξε να δώσει κατ’ ευφημισμόν τον τίτλο «Sweet Movie» !

To story αναφέρεται στη ζωή δύο γυναικών. Η μία είναι νικήτρια διαγωνισμού ομορφιάς στην Αμερική, που ως «έπαθλο» έχει το γάμο με έναν εκκεντρικό, φαλλοκράτη, άξεστο αμερικανό μεγιστάνα. Η νίκη της στα καλλιστεία αποτελεί ταυτόχρονα την είσοδό της σε έναν αδιέξοδο και χωρίς επιστροφή λαβύρινθο, όπου αυτή παραμένει πάντα ένα άβουλο ον, μια γλάστρα των media, ένα σεξουαλικό αντικείμενο, έρμαιο στις ορέξεις οποιουδήποτε. Η άλλη γυναίκα είναι μια μοναχική αριστερίστρια, πλοίαρχος ενός καραβιού-πλωτού κοινοβίου που μεταφέρει γλυκά και ζάχαρη και στην πλώρη του έχει μια τεραστίων διαστάσεων προτομή του Marx. Περιπλανιέται, μάλλον άσκοπα, σε ποταμούς της Ευρώπης και επιδίδεται σε ακραίες και αποκλίνουσας μορφής σεξουαλικές περιπτύξεις στην απέλπιδα προσπάθεια της να διαφύγει από τα ασφυκτικά πλαίσια του μικροαστισμού αλλά και να ξορκίσει τον εκφυλισμό και την ήττα τελικά της σοσιαλιστικής επανάστασης.

sweetmaxresdefaultΟι περιπέτειες των δύο αυτών γυναικών αποτελούν την πρώτη ύλη που χρησιμοποιεί ο Makavejev προκειμένου να δημιουργήσει και να εκτοξεύσει στα μούτρα μας ένα σχεδόν αναρχικό, πολιτικο – σεξουαλικό μανιφέστο, εμφανώς επηρεασμένο από τις θεωρίες του μαρξιστή ψυχαναλυτή Wilhelm Reich, ο οποίος επεχείρησε να μελετήσει τη σχέση ανάμεσα στο διαλεκτικό υλισμό και την ψυχανάλυση, ανάμεσα στην πολιτική και το σεξ, να μελετήσει τη σεξουαλική συμπεριφορά των ανθρώπων εντός της σύγχρονης, βουτηγμένης στην εμπορευματοποίηση και τον καταναλωτισμό, αστικής κοινωνίας, να μελετήσει τη σύγκρουση ανάμεσα στη φυσική σεξουαλική ορμή και τους κυρίαρχους καταπιεστικούς, ψυχαναγκαστικούς κώδικες ηθικής. Βασική θέση του Reich, η οποία γίνεται φανερή μέσα στην ταινία κατά την παρουσίαση της σεξουαλικής ζωής των δυο αυτών γυναικών, είναι ότι η ελεύθερη έκφραση και πραγμάτωση υγιών σεξουαλικών ορμών αποτελεί μια από τις βασικές προϋποθέσεις για μια βαθιά, ουσιαστική και ολόπλευρη κοινωνική πρόοδο. Τίθεται επίσης, το ζήτημα πως οι επαναστατικές κοινωνικές ανατροπές, που δεν λαμβάνουν υπόψη τους το γεγονός πως διαχρονικά η πλειοψηφία των ανθρώπων πάσχει από νευρώσεις , είναι καταδικασμένες να αναπαράγουν προβληματικές καταστάσεις ή να δημιουργήσουν νέα προβλήματα, καθώς οι άνθρωποι έχοντας αναπτύξει για χρόνια μηχανισμούς θωράκισης, δύσκολα μπορούν να γίνουν διαχειριστές της ελευθερίας τους. Ως εκ τούτου, πολλές από τις ερωτικές σκηνές της ταινίας είναι εντελώς ασυνήθιστες, ανορθόδοξες, αστείες, σουρρεαλιστικές, ζωώδεις, θλιβερές, προκλητικές και γενικά έξω από κάθε καλούπι και σε αντίθεση με τα κοινώς αποδεκτά πρότυπα σε σημείο που να τίθενται ζητήματα ηθικής στα οποία θα δυσκολεύονταν να πάρουν ξεκάθαρη θέση ακόμα και οι πιο προοδευτικοί άνθρωποι.
sweet-movieΠαράλληλα, η ταινία ασκεί σκληρή κριτική στις αξίες και τον τρόπο ζωής όπως αυτός, έχει διαμορφωθεί στο σύγχρονο καπιταλιστικό κόσμο θίγοντας ζητήματα που ποικίλουν από το ρόλο των μέσων μαζικής ενημέρωσης-αποβλάκωσης, μέχρι τη συνολικότερη αλλοτρίωση του ατόμου. Ωστόσο, εξίσου, αν όχι περισσότερο, σκληρός γίνεται ο Makavejev απέναντι στα εναλλακτικά προς τον καπιταλισμό προτάγματα. Είναι ξεκάθαρη η επίθεση που εξαπολύει απέναντι στα εκμεταλλευτικά, αυταρχικά και γραφειοκρατικά καθεστώτα των χωρών του τότε «υπαρκτού σοσιαλισμού» και συγκεκριμένα στο σταλινισμό (χαρακτηριστικά τα αποσπάσματα ντοκιμαντέρ που αναφέρονται στους σφαγιασθέντες του Κατύν). Από τα βέλη του δεν ξεφεύγουν ούτε οι κάθε λογής περιθωριακοί αριστεριστές των δεκαετιών του 1960-70, οι οποίοι, από μια άλλη μπάντα βέβαια, διαστρέβλωσαν και αυτοί (όπως και οι σταλινικοί) τη μαρξική θεωρία και κατέληξαν σε έναν αδιέξοδο, δογματικό και σεχταριστικό αντικαπιταλισμό, ο οποίος αποκομμένος από την πολιτική ουσία οδήγησε σε ένα εσκεμμένα πριμιτιβιστικό lifestyle. Επιπλέον, χρειάζεται να πούμε ότι η ταινία βρίθει συμβόλων και αναφορών που για να γίνουν κατανοητά προϋποτίθεται η εξοικείωση του θεατή με την ιστορία του κομμουνιστικού κινήματος.
Ιδιαίτερη μνεία οφείλουμε να κάνουμε στην εξαιρετική μουσική με την οποία συνεισφέρει στην ταινία ο Μάνος Χατζηδάκις και η οποία είναι αξιοζήλευτα εναρμονισμένη με το πνεύμα του «Sweet Movie» και τις προθέσεις του Makavejev.

sweet-movie-germanΗ ταινία κλείνει με μια παράξενη και αναπάντεχη σκηνή, κατά την οποία τα παιδιά τα οποία είχαν δολοφονηθεί στο «πλοίο της επανάστασης» (οι ζωές νέων ανθρώπων που θυσιάστηκαν στο βωμό της επανάστασης;), εν τέλει ζωντανεύουν ξανά και βγαίνουν μέσα από τις πλαστικές νεκρικές σακούλες, τη στιγμή που ένα τρένο πάνω σε μια γέφυρα διατρέχει κάθετα τη διεύθυνση που ακολουθούσε το πλοίο. Ένας υπαινιγμός ίσως, πως η ελπίδα δεν έχει σβήσει οριστικά και ενδεχομένως να βρίσκεται σε διαφορετική κατεύθυνση από εκείνη που ακολουθήθηκε σε παρελθοντικά εγχειρήματα. Συμπερασματικά, θα λέγαμε πως το «Sweet Movie» παρόλο που αποτελεί μια ισχυρή γροθιά στο στομάχι και μια σκληρή επίθεση στον «κοινό νου», με έναν ανεξήγητο τρόπο διαπνέεται από μια ιδιαίτερη τρυφερότητα που μπορεί απλά να συμπυκνωθεί στο τραυματισμένο φρύδι και το δάκρυ στην προτομή του Marx.

 

Η Αδελφή μου

Posted: Φεβρουαρίου 20, 2016 in Ανάλυση / Κριτική Ταινιών
Ετικέτες:

(της Ευτυχίας Ιωσηφίδου)

lenfant-den-haut

Η ταινία «Sister» της Ούρσουλα Μέγιερ, είναι μια από τις πιο ευχάριστες εκπλήξεις που θα βρει κανείς στις κινηματογραφικές αίθουσες. Ο 12χρονος Σιμόν πηγαίνει καθημερινά στο χιονοδρομικό κέντρο που βρίσκεται πάνω από το σπίτι του και κλέβει εξοπλισμό σκι και φαγητό ώστε να φροντίσει την μεγάλη αδερφή του και τον ίδιο. Εκείνη είναι άνεργη και δείχνει -τουλάχιστον- αδιαφορία για την επιβίωση τους, φορτώνοντας όλη την ευθύνη στον μικρό. Στο χιονοδρομικό κέντρο οι καταστάσεις μπλέκουν με κίνδυνο του πρωταγωνιστή. Μοιάζει να είναι θύμα σε μια σχέση που δεν του αξίζει. Γιατί άραγε γίνεται ο κηδεμόνας της αδερφής του, γιατί ρισκάρει γι’αυτήν και χάνει την παιδικότητά του με μόνο αντάλλαγμα να είναι μαζί της; Όταν τα μυστικά τους αποκαλύπτονται, πονούν τόσο που ταράζουν όλη την ισορροπία. Ο πρώτος τίτλος του έργου, L’enfant d’en haut σημαίνει το παιδί της κορυφής.

Όπως και στο προηγούμενο έργο της Home, η Μέγιερ θέτει κανόνες συμμετρίας. Το σπίτι της οικογένειας σε απόσταση που με οριζόντιους άξονες χωρίζεται από τον υπόλοιπο κόσμο.
Σε αυτό οι άξονες είναι κάθετοι. Οι ήρωες ζουν στη σκιά του βουνού, όπου αντίθετα ο κόσμος από πάνω διασκεδάζει. Εκείνοι κλέβουν για να επιβιώσουν και στην κορυφή κάνουν υπερπολυτελή χόμπι. Σκληρές αντιθέσεις. Πάνω και κάτω. Έξω και μέσα. Εσωτερικές. Διαπροσωπικές. Ατμοσφαιρικές αντιθέσεις αλλά και φυσικές. Η Μέγιερ ξέρει να χειρίζεται το υλικό που έχει, χωρίς να υπερβάλλει. Όχι απλά δε ρισκάρει στη σκηνοθεσία της, αλλά δείχνει πως κάτι τέτοιο ίσως και να μην είναι απαραίτητο για να κάνεις μια καλή ταινία. Και τα καταφέρνει φτιάχνοντας μια τρυφερή ταινία που συγκινεί, αγγίζει βαθιά στην ψυχή το θεατή δίχως όμως να γίνεται μελόδραμα. Αν πρέπει να δοθεί ένα χαρακτηρισμός θα έλεγα πως είναι ένα γλυκόπικρο δράμα.
Η ευαισθησία με την οποία προσεγγίζονται οι ήρωες και η σχέση τους, αλλά και το δυνατό συναισθηματικό φορτίο της ταινίας, προβληματίζουν και αφήνουν γερή αίσθηση. Τα συναισθήματα διακρίνονται ξεκάθαρα και ωμά, παρ’ ότι κρυμμένα κι μπλεγμένα μεταξύ τους. Με ένα απλό, ωστόσο δυνατό σενάριο που παρουσιάζει τις ανθρώπινες σχέσεις στην ουσία τους. Βαθιά ανθρώπινη ταινία, όπου κυριαρχεί αβεβαιότητα. Δίπλα σε κάθε τι μπαίνει ένα ερωτηματικό. Τα συναισθήματα αβέβαια, οι ισορροπίες λεπτές. Όλα συμβάλλουν στο να γίνει ένα άρτιο έργο: Η φωτογραφία είναι εξαιρετική με τρομερό πλάσιμο των ψυχρών τόνων στους οποίους κινείται όλο το έργο, οι εκπληκτικές (και λιτές) ερμηνείες των δυο νέων ηθοποιών Κέισι Μοτέν και Λία Σεϊντού.

Ήδη ο τίτλος, μας δίνει τις βασικές πληροφορίες για τη σχέση των δύο ηρώων – ή μήπως μας παραπλανεί; Μια λέξη: Αδερφή. Η αδερφή μου. Καταλαβαίνουμε πως βρισκόμαστε ήδη από την αρχή στο πλευρό του Σιμόν. Σχέσεις οικογένειας, δεσμοί αίματος ή κοινωνικοί; Υπάρχει επιλογή σε αυτές τις σχέσεις; Παρακολουθούμε στενά τη ζωή του Σιμόν και σε πρώτο επίπεδο βλέπουμε ένα μικρό αγόρι που κλέβει για να επιβιώσει. Κάθε φορά που ανεβαίνει στο χιονοδρομικό κέντρο, ο Σιμόν καλύπτει όλο του το σώμα και το πρόσωπο με στολή για σκι. Σαφώς κρύβεται για να μην τον πιάσουν αλλά ταυτόχρονα μεταβαίνει στον ονειρικό του κόσμο όπου μπορεί να είναι άλλος- ή αυτό που μάλλον θα ήθελε (κι έπρεπε;) να είναι: παιδί. Ωστόσο γυρνάει πάντα πίσω, στα ίδια, στην αδερφή του. Του αρκεί και έχει την ανάγκη να κρατάει αυτή τη σχέση ζωντανή με όποια δυσκολία. Η σχέση τους δυναμική και σπαραχτική, αποδίδεται από τη Μέγιερ με ειλικρίνεια που της αξίζει.

*στις νύχτες πρεμιέρας, όπου προβλήθηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα -ως μέλος της κριτικής επιτροπής που ψήφισε αυτή την ταινία για πρώτη, έχω να ομολογήσω πως ήταν η μόνη ταινία που μας ανακούφισε και ομόφωνα ψηφίσαμε για βραβείο