Ντανταϊσμός και Κινηματογράφος

Posted: 2 Αυγούστου, 2019 in Όλα τα Κείμενα, Περί Κινηματογράφου

dada

της Μαρίνας Μπενέκου

«Δεν επιθυμώ λέξεις που έχουν ανακαλυφθεί από κάποιον άλλο. Όλες οι λέξεις έχουν ανακαλυφθεί από άλλους. Αναζητώ τις δικές μου ανοησίες, τον δικό μου ρυθμό και φωνήεντα και σύμφωνα που ταιριάζουν με αυτόν, που θα είναι δικά μου.<…> Θέλω να καταρρεύσει η γλώσσα η ίδια, αυτή η ιερή γλώσσα, η βρωμερή όσο και τα νομίσματα των εμπόρων.<…> Η λέξη, η λέξη, η λέξη έξω από τη σφαίρα σας, από την δηλητηριώδη αύρα σας, από αυτή την γελοία ανικανότητα, από την εντυπωσιακή αυτοϊκανοποίησή σας. Μακριά από όλη αυτή την επαναλαμβανόμενη ανοησία, την προφανή ηλιθιότητά σας.»

Αυτά διατεινόταν, μεταξύ άλλων, ο Γερμανός συγγραφέας Hugo Ball στο «Μανιφέστο του Ντανταϊσμού» που αναγνώστηκε στο Cabaret Voltaire της Ζυρίχης τον Ιούλιο του 1916, στα μισά του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Στην Ζυρίχη είχαν βρει καταφύγιο πολλοί νέοι καλλιτέχνες από την Ευρώπη, λόγω της ουδετερότητας της Ελβετίας κατά τον πόλεμο. Έναν πόλεμο-χαστούκι για την ανθρωπότητα που τον είχε υποδεχτεί πανηγυρικά, έμπλεη υπερβολικής αισιοδοξίας όσον αφορά την έκβασή του και δικαιολογώντας τα αίτιά του υπό το πρίσμα ενός (μάλλον) αφελούς ιδεαλισμού. Εν μέσω της εξελισσόμενης σφαγής χιλιάδων συνομηλίκων τους, οι καλλιτέχνες που έμελλε να μείνουν γνωστοί με το όνομα «Ντανταϊστές» επιχείρησαν να ανατρέψουν την πραγματικότητα μιας τέχνης διαπνεόμενης από ακριβώς αυτές τις παραδοσιακές αρχές και αξίες που θεωρούσαν υπαίτιες για την φρίκη της καθημερινότητάς τους.

Σε αντίθεση με το κίνημα του Σουρεαλισμού, το οποίο θεωρείται από πολλούς απότοκο του Ντανταϊσμού, ο Ντανταϊσμός, παρότι άνθισε σε διάφορα κέντρα (π.χ. την προαναφερθείσα Ζυρίχη και αργότερα την Νέα Υόρκη και το Παρίσι) είχε ποικίλους εκπροσώπους αλλά στερούταν ηγετικών μορφών. Ένα κίνημα σκόπιμα αντικαθεστωτικό, εξάλλου, δεν θα μπορούσε εξ ορισμού να αναγνωρίζει για το ίδιο ηγέτες. Ο επακόλουθος κατακερματισμός του Ντανταϊσμού σε άλλα καλλιτεχνικά ρεύματα αποτελεί ίσως αποτέλεσμα αυτής της απουσίας ενός ηγετικού πυρήνα. Πέραν της ρήξης του με τα ηρωικά ιδεώδη του Παλιού Κόσμου, ο Ντανταϊσμός ήρθε σε ρήξη και με τον τεχνολογικό εκσυγχρονισμό που εκτιμήθηκε ευρέως κυρίως μεταπολεμικά, ακόμα και από άλλους καλλιτέχνες, όπως τους εκφραστές του Μοντερνισμού. Ο απρόσωπος τρόπος με τον οποίο έκαναν τέχνη οι Ντανταϊστές θα μπορούσε να συνδεθεί με τον απρόσωπο και τυχαίο τρόπο με τον οποίο οι μηχανές θέριζαν στρατιώτες και πολίτες στις χώρες τους. Οι Ντανταϊστές στάθηκαν απέναντι στην τύχη, την τυχαιότητα, την αποδόμηση και την διάλυση της εποχής τους, παράλληλα αξιοποιώντας τες για να καταδείξουν την αμφισβήτηση και την οργή που αυτές τους προκαλούσαν.

Left-Poster-for-Kunstlerkneipe-Voltaire-made-in-1916-for-February-5th-Right-Spiegelgasse-1-Location-of-Cabaret-Voltaire

Αυτή η αμφιταλάντευση των Ντανταϊστών ανάμεσα στην δόμηση και την αποδόμηση βρήκε πρόσφορο έδαφος στον Κινηματογράφο, δηλαδή ένα μέσο που ούτως ή άλλως βρισκόταν ακόμα στα πρώιμα στάδια της ανάπτυξής του, και άρα μπορούσε να αξιοποιηθεί για την δημιουργία μιας νέας, διεθνούς «γραμματικής» της καλλιτεχνικής γλώσσας.  Η εικόνα εν κινήσει, η προφανής γοητεία του Κινηματογράφου, βοήθησε τους Ντανταϊστές στο να παρουσιάσουν την κοινωνική πραγματικότητα με τρόπο ανοίκειο, μέσω της μη συνεκτικής, μη αφηγηματικής και μη λογικής αλληλουχίας των εικόνων που προέβαλαν, μην αφήνοντας ποτέ τον θεατή να μπει πραγματικά στο σύμπαν της ταινίας, πάλι σε αντίθεση με τους Σουρεαλιστές, που αξιοποίησαν πολύ περισσότερο τις αρχές του παραδοσιακού κινηματογράφου (αφήγηση, χαρακτήρες, οπτικός ρεαλισμός) για να εισάγουν τον θεατή στον ανοίκειο κόσμο των έργων τους.

Στα πρώτα έργα των Walther Ruthmann, Viking Eggeling, Hans Richter και Henri Chomette εντοπίζεται η δημιουργία αφηρημένης, κινητικής τέχνης, όπως είχε προαναγγελθεί από τον πρωτοπόρο ζωγράφο Léopold Survage. Ο Survage είχε επιχειρήσει νωρίτερα να αποδώσει εικαστικά την αίσθηση του ρυθμού που χαρακτηρίζει την μουσική, στο έργο του «Rythmes colorés» (1913), μια συλλογή αφηρημένων ζωγραφικών πινάκων όπου αξιοποιούσε εκτεταμένα το φως και τις σκιάσεις. Αν είχε καταφέρει να βρει τους απαιτούμενους πόρους, ο Survage θα προλάβαινε να καταγράψει το έργο του σε φιλμ πριν και από τους Richter και Eggeling στα έργα τους «Rhythmus 21, 23& 25» (1921-1925) και «Diagonal Symphony» (1924), αντίστοιχα. Η έμφαση των έργων στην γεωμετρική φόρμα παραπέμπει στην αντίστοιχη ενασχόληση των εκπροσώπων της αρχιτεκτονικής Σχολής του Bauhaus με αυτήν. Αργότερα ο Richter θα αντλούσε έμπνευση και από κοινωνικά ζητήματα για τις ταινίες του, όπως στην ταινία «Every Day» (1929), με πρωταγωνιστή τον Σοβιετικό πρωτοπόρο του φιλμ Sergei Eisenstein.

AD04969_0

Σημαντικός εκπρόσωπος του πρώιμου Ντανταϊσμού υπήρξε και ο Αμερικανός Man Ray, με αφετηρία την φωτογραφία, μορφή τέχνης στην οποία είχε επίσης καινοτομήσει με τα περίφημα «Rayographs» του (φωτογραφιών στις οποίες τα αντικείμενα τοποθετούνταν απευθείας πάνω στο φιλμ, το οποίο στην συνέχεια εξετίθετο στο φως). Η πρώτη του ντανταϊστική ταινία, υπό τον ειρωνικό τίτλο «Le Retour à la Raison» (1923) (δηλαδή «Η επιστροφή στην λογική»), για τον ίδιο δε αποτελούσε τίποτα παραπάνω από έναν σχεδόν αυτοματοποιημένο αυτοσχεδιασμό με σκοπό την θέση των φωτογραφιών του σε κίνηση. Σύμφωνα με τον Ray, η κάμερα ήταν απλώς ένα αναπληρωματικό μέσο εικονοποίησης όσων δεν ήθελε να ζωγραφίσει. Παρόλα αυτά, η ταινία του προβλήθηκε μαζί με το «Rhythmus 21» του Richter στην τελευταία ντανταϊστική εκδήλωση που έλαβε χώρα στο Παρίσι, με πρωτοβουλία του Tristan Tzara, σημαίνουσας μορφής του ντανταϊσμού στην ποίηση.

Τον Man Ray συνέδεε αδερφική φιλία και κοινή καλλιτεχνική ευαισθησία με τον επίσης σημαντικότατο εκπρόσωπο του ρεύματος, Marcel Duchamp. Ο Duchamp πρωτοπειραματίστηκε με την οπτική και την κίνηση στον πίνακά του «Nude descending a staircase» (1912). Αργότερα (1920-1926) επιδόθηκε σε περαιτέρω πειράματα με στόχο το να δώσει σε δισδιάστατα αντικείμενα την αίσθηση των τριών διαστάσεων μέσω της περιστροφικής κίνησης, κάποια από τα οποία εκτέλεσε με τις τεχνικές του στερεοσκοπικού Κινηματογράφου, εν τέλει δημιουργώντας, σε συνεργασία με τον Man Ray και τον σκηνοθέτη και φωτογράφο Marc Allégret την ταινία «Anémic Cinéma» (1926),  μια ακόμα εξερεύνηση της δυνητικής πολυπλοκότητας της εικόνας. Επιστέγασμα της κινηματογραφικής πορείας και συνεργασίας των δύο ντανταϊστών, Ray και Duchamp, αποτελεί ίσως η –αρκετά μεταγενέστερη– κυκλοφορία της σουρεαλιστικής ταινίας μεγάλου μήκους «Dreams that money can buy» (1947), σε σκηνοθεσία Hans Richter.

hqdefault

Παρά την ευρεία του εξάπλωση, το κίνημα ήταν ασταθές. Ήδη από το 1924 στο Παρίσι είχε αρχίσει να μετατρέπεται σε αυτό που ονομάζουμε Σουρεαλισμό, και πολλοί ντανταϊστές γενικότερα στράφηκαν σε άλλα ρεύματα που κέρδιζαν τότε έδαφος, όπως ο κοινωνικός ρεαλισμός και άλλες μορφές μοντερνισμού. Για κάποιους θεωρητικούς, ο ντανταϊσμός αποτέλεσε την απαρχή της μεταμοντέρνας τέχνης. Με το ξέσπασμα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, πολλοί ευρωπαίοι ντανταϊστές κατέφυγαν στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, ενώ άλλοι πέθαναν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, καθώς η τέχνη τους ήταν για το ναζιστικό καθεστώς «εκφυλισμένη». Χαρακτηριστικό παράδειγμα της προκατάληψης αυτής αποτελεί και η καταστροφή της μουσικής επένδυσης του φιλμ του Richter «Vormittagsspuk» (1926) από τους Ναζί. Παρά ταύτα η επίδραση του ρεύματος είναι ακόμα αισθητή, ακόμα και μέσω συμβάντων όπως η ανακατάληψη του πρώην Cabaret Voltaire το 2002 από ομάδα «Νεοντανταϊστών» καλλιτεχνών. Όσον αφορά τον Κινηματογράφο, ο ντανταϊσμός διεύρυνε κατά πολύ τα όρια των δυνατοτήτων πειραματισμού με το μέσο και την αντίληψη των καλλιτεχνών για το τι μπορεί να είναι κινηματογραφικό. Αν και σαν όρος θα χρησιμοποιούταν σήμερα μάλλον αναχρονιστικά, η επίδρασή του είναι εμφανής σε ποικίλες εκφάνσεις των παραστατικών τεχνών και του οπτικοακουστικού πολιτισμού (videoart, installations κτλ.). Το φωτομοντάζ, το κολλάζ και η τεχνική cut-out είναι επίσης, εν μέρει, καλλιτεχνικά κληροδοτήματα του ντανταϊσμού.

Ακόμα και στην μουσική, ο Frank Zappa δήλωσε κάποτε ότι στις αρχές της καριέρας του δεν ήξερε πώς να χαρακτηρίσει τα δημιουργήματά του και, αναφερόμενος στον ντανταϊσμό, είπε ότι χάρηκε πως κάποιος, κάποτε, σε μια μακρινή χώρα έκανε παρόμοιες σκέψεις για την δική του τέχνη. Και μάλλον ο Zappa είχε κάθε ελευθερία να το κάνει, καθώς, σύμφωνα με το άλλο μανιφέστο του κινήματος, γραμμένο από τον Tristan Tzara το 1918,

“ΝΤΑΝΤΑ ΔΕΝ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΤΙΠΟΤΑ”

vormittagsspuk1

Πηγές:

i) Three Essential Dadaist Films: Groundbreaking Works by Hans Richter, Man Ray & Marcel Duchamp

(http://www.openculture.com/2015/01/three-essential-dadaist-films-groundbreaking-works-by-hans-richter-man-ray-marcel-duchamp.html)

ii) Dada- Wikipedia

(https://en.wikipedia.org/wiki/Dada)

iii) Rudolf E.Kuenzli (1996). Dada and Surrealist Film, Cambridge, Massachusetts, The MIT Press

iv) Dada on Film

(https://www.moma.org/calendar/film/892)

v) After almost a century, is Dada still among us?

(https://www.nytimes.com/2005/10/13/arts/after-almost-a-centuryis-dada-still-among-us.html)

vi) Comparison of Dada and Surrealism

(https://arthistoryunstuffed.com/comparison-of-dada-and-surrealism/)

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.