Ο Σβανκμάγιερ και η λογοκρισία στην κομμουνιστική Τσεχοσλοβακία

Posted: 13 Ιουλίου, 2019 in Όλα τα Κείμενα, Περί Κινηματογράφου, Uncategorized

vlcsnap-4100885bw

της Χριστίνας Μαριδάκη

Μετά το πέρασμα της γερμανικής κατοχής, η Πράγα βρέθηκε σε ένα νέο καθεστώς δικτατορίας κάτω από τον έλεγχο της κυβέρνησης του Γκότβαλντ και του Κομμουνιστικού Κόμματος. Το κράτος οργανώθηκε με βάση τις αξίες του σοσιαλισμού και σύμφωνα με τις αυστηρές οδηγίες του Στάλιν και της Σοβιετικής Ένωσης. Η εργατική τάξη ήταν στο προσκήνιο των οικονομικών και εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων και όλα τα μέσα ενημέρωσης ελέγχονταν και λογοκρίνονταν από το Κομμουνιστικό Κόμμα Τσεχοσλοβακίας. Παρόλο που ο Γιαν εξελισσόταν σε μια από τις σημαντικότερες φωνές του σουρεαλισμού, η τότε κυβέρνηση θεώρησε τα έργα του αντιστασιακά και τα απαγόρευσε καθώς δεν τηρούσαν τις επιταγές της νεο-σταλινικής εξουσίας. Του απαγόρευσαν να γυρίζει ταινίες μετά από τη δημιουργία του Leonardo’s Diary, μια μικρού μήκους ταινία που κατέκρινε την Τσεχική πραγματικότητα. Μετά από αυτήν την περίοδο αδράνειας, κατάφερε να δημιουργήσει κι άλλα έργα παρά την έντονη λογοκρισία. Ο ίδιος αναφέρει στο κανάλι του στο youtube ότι, “Η καταστολή δεν ήταν τόσο αποτελεσματική όσο στο 1984 του Όργουελ. Ερχόταν σε κύματα. Στάθηκα τυχερός και πέτυχα δύο κύματα ύφεσης.” Μετά την “Βελούδινη” Επανάσταση, ο Σβανκμάγιερ και οι σύγχρονοί του μπόρεσαν για πρώτη φορά να εκφράσουν άφοβα τις απόψεις τους μέσα από τις ταινίες τους.

Ο Σβανκμάγιερ μεγάλωσε σε μια μικρή πόλη λίγο πιο έξω από την πρωτεύουσα. Πάντα θαύμαζε τη μαγεία της Πράγας. Ως παιδί είχε πολλές επιρροές από το κουκλοθέατρο της πόλης και μεγαλώνοντας αποφάσισε να σπουδάσει την τέχνη του κουκλοθέατρου στην Ακαδημία Παραστατικών Τεχνών της Πράγας. Για τα έργα του αντλεί έμπνευση από τα όνειρά του, που είναι εμφανής στις εικόνες που δημιουργεί και στις σκοτεινές θεματολογίες του. Κάποιες σκηνές που έχει γυρίσει ήταν ακριβείς αναπαραστάσεις των ονείρων του. “Δεν υπάρχει σουρεαλιστική αισθητική, μέθοδος ή σχολή. Είναι μια μαγική αντιμετώπιση της ζωής και του κόσμου.” (Σβανκμάγιερ, 2016). Η πρώτη του δουλειά ήταν σε ένα θέατρο με μαριονέτες, κι αυτή η εμπειρία, όλως περιέργως, ήταν που τελικά τον οδήγησε στην κινηματογράφηση. Η πρώτη του μικρού μήκους ταινία βγήκε το 1964.

hqdefaultbw

Δεν είναι περίεργο το ότι έγινε στόχος του ολοκληρωτικού καθεστώτος, αφού πάντα έβρισκε τρόπους να αμφισβητήσει την εξουσία και την πολιτική σκηνή. Είτε με ανθρωπομορφικά πλάσματα που αλληλοκαταναλώνονται σε μια αλληγορία της αφάνισης της γεωργίας από την εκβιομηχάνιση της αγοράς, ως μέρος του πενταετούς πλάνου του Κόμματος να στηρίξει τη βαριά βιομηχανία και την παραγωγή όπλων (Cornej & Pokorny, 2003), όπως είδαμε στη μεγάλη επιτυχία Dimensions of Dialogue, είτε με live action ταινίες που όπως χαρακτήρισε η κριτικός της New York Times, Caryn James, “αφαιρούν κάθε τι γλυκό και φωτεινό” για να αποδώσουν την υποβόσκουσα βιαιότητα στην Αλίκη του L. Carroll μέσα από τον καθρέφτη του Σβανκμάγιερ.

 

Ένα από τα πιο πολιτικοποιημένα έργα του είναι μια τριλογία μικρού μήκους με θέμα το φαγητό: Breakfast, Lunch, Dinner. Όπως εξηγεί η σκηνοθέτις Lisa Fontaine (Fontaine, 2015), το Breakfast παρουσιάζει “μια ουρά εργατών που καταναλώνουν ένα λιπαρό πρωινό αναμασημένο από τον προηγούμενο εργάτη. Είναι μια κυνική απεικόνιση ενός συστήματος που επιτάσσει τη γραμμή παραγωγής, και της αντιμετώπισης των εργατών από το κομμουνιστικό καθεστώς.” Στο δεύτερο έργο, βλέπουμε άλλη μια καθημερινή πράξη, το γεύμα σε ένα εστιατόριο, να μετατρέπεται σε κάτι βάρβαρο, όταν ένας εργάτης ξεγελιέται και τρώγεται από έναν αριστοκράτη, αφού πρώτα έχουν καταναλώσει ό,τι υπάρχει γύρω τους, όπως τα ρούχα τους και τις καρέκλες τους. Ακολουθώντας τη γραμμική εξέλιξη του έργου, μπορούμε να υποθέσουμε πως βλέπουμε την άνοδο της αριστοκρατίας που ευνοήθηκε από την ανοιχτή αγορά και τη συσσώρευση των καταστηματαρχών κατά την καπιταλιστική προεδρία του Βάτσλαβ Χάβελ. Στο τρίτο μέρος του έργου βλέπουμε ανθρώπους όλων των κοινωνικών τάξεων να τρώνε την ίδια τους τη σάρκα. Ταυτόχρονα, στη μη κινηματογραφική ζωή, γίνεται όλο και πιο προφανές στην Τσεχική κοινωνία ότι η ανάκαμψη είναι κάτι πλασματικό κι η ελευθερία δεν είναι παρά μια λέξη, σ’ έναν κόσμο που βάζει το κεφάλαιο πάνω απ’ όλα.

tumblr_inline_owcfigyROB1sj0r4d_1280bw

 

Ο συμβολισμός στα έργα του Γιαν δεν είναι απαραίτητα διακριτικός, αλλά αν λάβουμε υπόψιν τα δείγματα ωμότητας του σκηνοθέτη, θα μπορούσε να θεωρηθεί άλλη μια γκροτέσκ και ιδιόρρυθμη έμπνευση. Μόνο σκεπτόμενοι τις επιρροές του, όπως το ότι μεγάλωσε υπό την κατοχή των Ναζί, βίωσε ως έφηβος το κομμουνιστικό πραξικόπημα και δούλεψε ως καλλιτέχνης στην εποχή μιας αλόγιστης ιδιωτικοποίησης και ψευδούς ελπίδας, μπορούμε να ερμηνεύσουμε αυτούς τους συμβολισμούς ως πραγματικές εμπειρίες και σχόλια για την εξέλιξη της Τσεχικής κοινωνίας.

 

Η Δημοκρατία της Τσεχίας έχει επανέλθει σήμερα στον θρόνο της ως “δημοκρατικός παράδεισος”. Χρειάστηκε να περάσει μία κατοχή και μία απόπειρα κατοχής, ένα πραξικόπημα, μία αναθεωρημένη δικτατορία, αρκετές οικονομικές μεταρρυθμίσεις, αμέτρητες μαζικές εκτελέσεις και μία ειρηνική επανάσταση. Κάπως έτσι υπέκυψε στην ιδιωτικοποίηση και τον καπιταλισμό. Κατά τη διάρκεια αυτών των χρόνων, το μόνο που έμεινε ανέπαφο ήταν ο μαγικός σουρεαλισμός της Πράγας που ενέπνευσε καλλιτέχνες σαν τον Σβανκμάγιερ να αντισταθούν. Τα αντίθετα, αλλά συμπληρωματικά αποφθέγματα που ακολουθούν εξηγούν το δίλημμα της τέχνης και την ηθική ευθύνη που διάλεξε να αναλάβει ο Σβανκμάγιερ, μεταξύ άλλων. Ο ιδεαλιστής Μπρετόν θεωρούσε ότι, “το μόνο χρέος του καλλιτέχνη είναι να απαντά με ένα κατηγορηματικό ‘όχι’ σε κάθε σωφρονιστική ρητορική”. Ο Σβανκμάγιερ μιλά με τη σειρά του για τις προκλήσεις της ανεξάρτητης τέχνης σε μια πολιτισμένη κοινωνία: “Η γελοία ιδεολογική λογοκρισία αντικαταστάθηκε από την κυριαρχία της αγοράς. Αυτή η πραγματιστική, ωφελιμιστική, βασισμένη στο χρήμα κοινωνία δεν χρειάζεται αυθεντική τέχνη. Χρειάζεται εμπορική διασκέδαση”.

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.