The Artist

Posted: Δεκέμβριος 17, 2012 in Ανάλυση / Κριτική Ταινιών
Ετικέτες:

TheArtist

«Όταν ο εαυτός σου, γίνεται ο χειρότερος σου εχθρός…»

αρτιστ

Ο George Valentin αντιμέτωπος με τη σκιά του εαυτού του

Η δόξα και η φήμη δεν φέρνουν πάντα μόνο λεφτά και επιτυχία. Και φυσικά ένας ηθοποιός δεν πρέπει ποτέ να επαναπαύεται στις δάφνες του, αλλά να αγωνίζεται συνεχώς για να γίνεται καλύτερος. Όχι μόνο ενάντια στους ανταγωνιστές του. Κάποιες φορές ο εχθρός του, μπορεί να μην είναι μόνο ένας άλλος ηθοποιός, αλλά ο ίδιος του ο εαυτός…

Το στόρι: Χόλυγουντ 1927: Το τέλος της βουβής περιόδου και η άφιξη των ομιλουσών ταινιών. Η άνοδος και η πτώση ενός ηθοποιού, ενός ‘Αρτίστα’ αν προτιμάτε, για να μείνουμε πιο κοντά στον τίτλο της ταινίας. Ο George Valentin (Jean Dujardin) είναι ο ‘Αρτίστας’ της υπόθεσης. Ένας ηθοποιός-γόης, της εποχής, και πρωταγωνιστής βουβών ταινιών που σημειώνουν τεράστια επιτυχία και ο ίδιος κάνει θραύση σε κάθε του εμφάνιση. Τα κοριτσόπουλα τσιρίζουν και σφάζονται στα πόδια του μόλις τον συναντούν (εδώ που τα λέμε δεν τις αδικώ, μεταξύ μας, κι εγώ το ίδιο θα έκανα). Ανάμεσα στις εκστασιασμένες θαυμάστριες, είναι και η Peppy Miller (Bérénice Bejo), η οποία άθελα της παραπατάει μέσα στο πλήθος, και βρίσκεται αγκαλιά με τον George, καταλήγοντας μαζί πρωτοσέλιδο στις εφημερίδες. Ένας έρωτας κεραυνοβόλος γεννιέται ανάμεσα τους. Κι ενώ το 1929 φέρνει μαζί του την ομιλούσα περίοδο και το παγκόσμιο οικονομικό κραχ, η Miller θα αποτελέσει το νέο αίμα μέσα στο νέο ρεύμα και θα δει την καριέρα της να απογειώνεται ενώ ο Valentin θα δει τη δική του να καταρρέει, μένοντας πιστός στο βουβό, και τον έρωτα του πια να περνάει στο αντίπαλο στρατόπεδο…

Κι από αυτό το σημείο κι έπειτα αρχίζουν όλα…(κι αν όλα αυτά σας ακούγονται σαν ένα ακόμα χαζορομάντζο, μη βιάζεστε να βγάλετε συμπεράσματα…)

Στροφή στο βουβό στο Χόλυγουντ του 2011; Η ταινία είναι γαλλικής παραγωγής (2011) και ήρθε στην Ελλάδα τον Δεκέμβρη του ίδιου έτους. Κι ενώ στην ιστορία μας, οι εταιρείες παραγωγής αφήνουν πίσω τους τη βουβή περίοδο, ο Michel Hazanavicius (Χαζαναβίσιους ή Αζαναβίσιους, όπως και να τον πείτε δε θα παρεξηγηθεί), ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος του ‘Αρτίστα’, γυρίζει μετά από 80, και κάτι, χρόνια, μία ασπρόμαυρη βουβή ταινία, με ρίσκο να χαρακτηριστεί παλιομοδίτης ή να μη τη δει κανείς! Κι όμως ο ‘Αρτίστας’ έσπασε τα ταμεία όπου κι αν προβλήθηκε, ακόμη και στη χώρα μας, αποσπώντας διθυραμβικές κριτικές. Η ταινία σάρωσε και στα βραβεία, κατακτώντας το ένα μετά το άλλο. Διακρίθηκε σχεδόν σε όλα τα κινηματογραφικά φεστιβάλ με βραβεύσεις όπως αυτή στο Φεστιβάλ των Καννών, στις Χρυσές Σφαίρες, στα Όσκαρ, στο Φεστιβάλ της Ισπανίας. Όχι ότι περιμένεις ένα βραβείο να δείξει πόσο πολύ καλή και άρτια είναι η δουλειά σου, αλλά όταν διακρίνεσαι σε τόσα πολλά φεστιβάλ τότε σίγουρα το αξίζεις! Ένα πολυβραβευμένο λοιπόν ασπρόμαυρο βουβό φιλμ, που έκανε διάσημους, τους μάλλον άγνωστους εκτός Γαλλίας, Michel Hazanavicius και Jean Dujardin (τουλάχιστον εγώ δεν τους ήξερα). Η επιλογή του σκηνοθέτη να γυρίσει την ταινία βουβή είναι απόλυτα δικαιολογημένη καθώς θέλει να παρακινήσει τον θεατή να βιώσει ορισμένα συναισθήματα. Να τον κάνει να ξεχαστεί για λίγο, να μπει μέσα στην ταινία και να ταυτιστεί με την υπόθεση και τους χαρακτήρες. Και το κοινό δείχνει να αγκαλιάζει, και μάλιστα θερμά, την προσπάθεια του, να δείξει μία άλλη πλευρά του Χόλυγουντ. Να αναφέρω μόνο δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα προσωπικής εμπειρίας, που φανερώνουν την απήχηση που έχει η ταινία στους θεατές. Όταν λοιπόν πήγα να δω το έργο στο σινεμά, ένας κύριος που καθόταν ακριβώς πίσω μου, μόλις ο Valentin ανακοίνωσε στον σοφέρ του ότι πτωχεύσανε, ψιθύρισε «κι εμείς το ίδιο»! Και στο τέλος, μετά από μία ανατροπή, όλη η αίθουσα αναφώνησε το χαρακτηριστικό «ααααααα»!

Μην ξεχνάτε άλλωστε πως δεν αντιγράφει μόνο ο κινηματογράφος τη ζωή, αλλά κι η ζωή κλέβει στιγμές από τον κινηματογράφο!

«Μύρισε» κλασσικός κινηματογράφος… Η ταινία θυμίζει πολύ τις παλιές καλές εποχές του κινηματογράφου και συγκεκριμένα, τις μέρες δόξας που ζούσε το Χόλυγουντ κάποτε. Όσοι είστε φίλοι του παλιού καλού κινηματογράφου θα καταλάβετε τι εννοώ, αλλά ακόμη και όσοι δεν είστε, σίγουρα θα γνωρίζετε, πως χάρη στα αριστουργήματα που έβγαλε κάποτε το σινεμά, και στη δουλειά που έκαναν κάποιοι σπουδαίοι άνθρωποι για τον χώρο, μπορούμε και βλέπουμε ακόμη ταινίες. Κακά τα ψέματα, το σινεμά δεν είναι πια όπως ήταν παλιά. Και δεν μιλάω μόνο για το Χόλυγουντ, αλλά για όλες τις βιομηχανίες θεάματος. Βλέποντας τις παλιές ταινίες, που στιγμάτισαν μια ολόκληρη εποχή, καταλαβαίνει κανείς ότι οι άνθρωποι τότε, παρά το γεγονός ότι είχαν στη διάθεση τους πολύ λιγότερα χρήματα και τεχνικά μέσα, δούλευαν με πολύ περισσότερο μεράκι από ότι σήμερα, και αυτό έβγαινε στο φιλμ. Υπήρχε ένας ρομαντισμός, μία μαγεία αν θέλετε, που σήμερα πια έχει χαθεί. Στον ‘Αρτίστα’ αυτή η μαγεία ζωντανεύει ξανά καθώς όλο το κλίμα που δημιουργεί η ταινία, σε μεταφέρει σ’εκείνη την ατμόσφαιρα. Ο George Valentin, με το μουστάκι και τον πιστό φίλο του, τον σκύλο, να τον ακολουθεί παντού, μου θύμισε κάτι από Douglas Fairbanks Sr και κάτι από Cary Grant.

 

αρτιστ1

αρτιστ3

Επάνω αριστερά George Valentin (Jean Dujardin). Δεξιά ο Cary Grant. Κάτω αριστερά Jean Dujardin και Uggie. Δεξιά ο Cary Grant με κάποιον τετράποδο φίλο του.

αρτιστ4

αρτιστ5

 

 

 

 

 

 

 

 

Δεν είναι τυχαίο το ότι, όταν ο Jean Dujardin, παρέλαβε το βραβείο Χρυσής Σφαίρας για την ερμηνεία του στην ταινία, εκτός από τον κανονικό του ευχαριστήριο λόγο, έβγαλε κι έναν δεύτερο, πιο σύντομο και βουβό, αλά Douglas Fairbanks Sr.

Αριστερά ο Douglas Fairbanks Sr και δεξιά ο Jean Dujardin.

αρτιστ6

αρτιστ7

 

 

 

 

 

 

 

 

Η ταινία χρησιμοποιεί ακόμη, κάποια τεχνικά χαρακτηριστικά, από το κλασσικό σινεμά, πέρα από την ατμόσφαιρα. Θα αναφέρω συγκεκριμένα αυτά που πρόσεξα και  γνωρίζω. Πρώτα από όλα είναι γυρισμένη, εξ ολοκλήρου, ασπρόμαυρη και βουβή, έχοντας φυσικά μουσική και μεσότιτλους, όπως οι ταινίες του Charlie Chaplin για παράδειγμα (σίγουρα έχετε δει μία). Έχει ήχο μόνο για 1 λεπτό περίπου, κάπου στη μέση της διάρκειας της και στο τέλος της. Xρησιμοποιεί ακόμη την τεχνική του σασπένς, πολύ όμορφα και πολύ σωστά, προς το τέλος. Μία τεχνική που χειριζόταν εξαιρετικά ο Alfred Hitchcock και είχε εισάγει στις ταινίες του και γενικότερα στον κινηματογράφο. Τέλος είναι γυρισμένη σε φιλμ 35mm της Kodak, με μηχανή λήψης PanArri, και η ανάλυση της είναι 1:37:1.

Ο επίλογος του ‘Αρτίστα’… Στην ταινία ο Hazanavicius, παρουσιάζει και την άλλη πλευρά του Χόλυγουντ, την όχι και τόσο αθώα. Αυτή που ίσως είναι λιγότερο γνωστή, ή αυτή που, κυρίως όσοι είμαστε ρομαντικοί, θέλουμε να βρίσκεται στο πίσω μέρος του μυαλού μας. Τη σκοτεινή πλευρά του θεάματος. Την κατάντια, να το πω έτσι πιο ωμά, ενός ηθοποιού και καλλιτέχνη, όταν εκείνος αποφασίζει να παραμείνει πιστός στις ιδέες του και σε ένα είδος ταινιών που τον έστειλε στο ζενίθ της καριέρας του. Όμως όσο μεγάλος και τρανός κι αν είσαι, δυστυχώς άλλοι (και άλλα) κάνουν κουμάντο στις επιλογές σου, στην καλλιτεχνική σου ζωή (και κατ’επέκταση και στην προσωπική) καθώς και στα «πιστεύω» σου. Η βιομηχανία του θεάματος είναι τέτοια, που σχεδόν ποτέ δεν είσαι εσύ αυτός που έχει το «πάνω χέρι» σε μια παραγωγή. Κι όταν λέω το «πάνω χέρι», δεν εννοώ βέβαια, το ποιος είναι ο αρχηγός. Δεν είναι ηγετικό το θέμα φυσικά. Απλά μέσα σε μία ομάδα, η οποία δουλεύει στα πλαίσια μιας καινούριας παραγωγής, υπάρχουν εκείνοι  που κάνουν μία «κατάθεση ψυχής» (George Valentin), κι εκείνοι που κοιτάνε μόνο πως θα βγάλουν λεφτά (εταιρείες παραγωγής) και αντιμετωπίζουν την κάθε προσπάθεια σαν άψυχα χαρτονομίσματα. Και οι άνθρωποι που βρίσκονται πίσω από την κάθε προσπάθεια και αντιπροσωπεύουν κάποιες ιδέες, στα δικά τους μάτια είναι σαν επιχειρήσεις. Βγάζουν χρήματα; Όλα καλά και συνεχίζουμε. Δεν είναι κερδοφόρες; Τότε το παραμύθι τελειώνει και όσοι συμμετέχουν σε αυτό, μένουν χωρίς δουλειά, πολλές φορές στο περιθώριο, βλέποντας τα όνειρά τους να διαλύονται και τις ζωές τους να καταστρέφονται. Σε αντίθετη περίπτωση, γίνονται έρμαιο εκείνων που αποφασίζουν τι τους κάνει και τι όχι, σε αυτό που ονομάζουμε Τέχνη.

Η πίεση που ασκούν οι βιομηχανίες θεάματος στους ηθοποιούς, και γενικότερα στους καλλιτεχνικές, είναι τρομερά ασφυκτική. Ο μοναδικός τους στόχος, είναι το χρήμα και με βάση αυτό, παραβλέπουν τον παράγοντα άνθρωπο. Θέλουν τους ηθοποιούς συνεχώς στην κορυφή και απαιτούν να είναι κάθε δουλειά τους ΤΕΛΕΙΑ και ακόμη παραπάνω (ακόμα κι αν δεν πάει παραπάνω), κάτι σαν καλά κουρδισμένες μηχανές δηλαδή. Παγιδευμένοι λοιπόν μέσα σε έναν ασφυκτικό κλοιό, αδυνατούν να δώσουν περισσότερα, καθώς ήδη δίνουν όλο τους το είναι, και δεν επιτρέπεται να κάνουν ούτε ένα μικρό λαθάκι. Εκείνος  λοιπόν που θα κάνει το παραμικρό λάθος οδηγεί τον εαυτό του στην κρεμάλα, καθώς οι βιομηχανίες δε συγχωρούν. Ειδικότερα για τους ηθοποιούς που είναι μόνιμα στην κορυφή, οι απαιτήσεις είναι τεράστιες. Πρέπει να βρίσκονται σε έναν συνεχή αγώνα απέναντι στους παραγωγούς, στους ανταγωνιστές τους, στο κοινό τους, ακόμη και στον ίδιο τους εαυτό, προκειμένου να μην «πέσουν» ποτέ εκεί. Αυτό φυσικά δεν τους αφήνει περιθώρια να είναι ο εαυτός τους, να εκφράζουν τη γνώμη τους και να έχουν ελεύθερη επιλογή του τι θα κάνουν, αλλά να κινούνται σαν πιόνια εκτελώντας εντολές άλλων σαν καλά στρατιωτάκια. Ο αντίκτυπος; Μόλις ο ηθοποιός συνειδητοποίει όλο αυτό, προσπαθεί να «αποδράσει» αλλά πολύ σπάνια θα τα καταφέρει. Ακόμα κι αν τελικά «το σκάσει» η κατάληξη (συνήθως) θα είναι τραγική, καθώς θα έχει ήδη βρεθεί «στα αζήτητα» και τότε αρχίζουν οι καταχρήσεις, διαφόρων ειδών,  «να δίνουν και να παίρνουν (σ)τη ζωή του»…

Ο ‘Αρτίστας’, αν και έχει σαν φόντο το μακρινό παρελθόν, δεν απέχει και πολύ από το παρόν. Μέσα σε έναν χώρο που δεν είναι όλα αγγελικά πλασμένα, και αναφέρομαι στον καλλιτεχνικό χώρο, μια μικρογραφία της κοινωνίας μας, ένας καλλιτέχνης που νομίζει ότι τα έχει όλα, ανατρέπεται από τα δεδομένα καθώς αυτά αλλάζουν. Ο ερχομός του ήχου στον κινηματογράφο, αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο, μέχρι τότε, γυρίζονταν οι ταινίες, αλλάζει όμως και τη ζωή του Valentin. Όπως ο κόσμος αλλάζει και συνεχώς εξελίσσεται, έτσι και η Τέχνη, και κάποιοι ακολουθούν, κάποιοι άλλοι όμως αρνούνται πεισματικά να ακολουθήσουν, για διάφορους λόγους (σωστοί ή λάθος, δεν έχει σημασία) και επωμίζονται τις συνέπειες της απόφασης τους.

Ο φόβος. Η ανασφάλεια. Το άγνωστο. Ο φόβος για το τι θα ακολουθήσει. Για το που θα οδηγήσουν τα πράγματα και οι εξελίξεις. Ο φόβος να ακολουθήσεις κάτι  καινούριο. Να αλλάξεις αυτά που πίστευες μέχρι τώρα κι ίσως να αλλάξεις κι εσύ ο ίδιος. Και ο φόβος γεννά την ανασφάλεια. Η ανασφάλεια που υπάρχει όταν μπαίνεις σε κάτι διαφορετικό. Η ανασφάλεια για το πώς θα ξημερώσει το αύριο κι αν θα καταφέρεις να ορθοποδήσεις σε αυτό που διάλεξες να κάνεις. Στο άγνωστο. Αυτό που δεν ξέρεις τι ακριβώς είναι κι αν θέλεις να το κάνεις. Μένεις απ’έξω και προσπαθείς να μη σε παρασύρει, όσο γοητευτικό κι αν δείχνει, ή το ακολουθείς, ίσως και άθελα σου, κι αφήνεις τον εαυτό σου ελεύθερο να δει μέχρι που μπορεί να φτάσει μέσα σε όλο αυτό.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο Valentin, από φόβο ότι ο ήχος της φωνής του, θα του στερήσει ότι είχε κερδίσει μέχρι τώρα, μόνο από τις κινήσεις του σώματος του, αρνείται πεισματικά να ακολουθήσει το ρεύμα της ομιλούσας περιόδου, αντιμετωπίζοντας φυσικά τις συνέπειες. Κατάρρευση της καριέρας του, πτώχευση, τάσεις αυτοκαταστροφής, αποτυχία…

Ο ήρωας μας όμως δικαιολογείται για τον φόβο και την άρνηση του να μπει στο πνεύμα αυτής της νέας μόδας (της ομιλούσας περιόδου), για όλους τους παραπάνω λόγους, και αφού πλέον έχει φτάσει στον πάτο, αποφασίζει να αφήσει πίσω του όλα εκείνα που τον «έριξαν» και αλλάζει πορεία, έχοντας αυτή τη φορά σύμμαχο και σύντροφο την Peppy Miller. Δεν ξέρουμε αν αυτή η αλλαγή θα είναι για καλό ή για κακό. Όπως και να έχουν όμως τα πράγματα, ίσως είναι καλύτερο, για τον καθένα, να μην είναι μόνος σε ότι κι αν επιλέγει να κάνει στη ζωή του, και να πορεύεται πάντα με παρέα μέσα σε αυτή. Ακόμη κι αν δεν έχεις κάποιον δίπλα σου, είναι ωραίο να ξέρεις πως υπάρχουν άνθρωποι, που σε στηρίζουν έστω κι από μακριά. Ίσως γι’αυτό και ο George κατάφερε να βγει από το καβούκι του και να ορθοποδήσει. Γιατί η Peppy, ακόμη και από τη θέση της σταρ πια του σινεμά, και της νέας ομιλούσας περιόδου, βρισκόταν ανά πάσα στιγμή στο πλευρό του, σαν ένας φύλακας άγγελος.

αρτιστ8

George Valentin (Jean Dujardin) και Peppy Miller (Bérénice Bejo)

Το δίλημμα μέσα στο οποίο βρίσκεται ο Valentin, έρχεται να εξαφανίσει η Miller και να του δείξει ότι μπορούν να παλέψουν και να καταφέρουν τα πάντα μαζί. Το δίλημμα που τον βασανίζει από την αρχή μέχρι το τέλος της ταινίας και τα πάντα περιστρέφονται γύρο από αυτό. Είναι σαν να βρίσκεσαι δίπλα σε ένα ορμητικό ποτάμι, από τη μεριά όμως που δεν υπάρχει πολιτισμός, και πρέπει να περάσεις απέναντι. Θα περιμένεις μέχρι να κοπάσει κάπως ο ποταμός, όσο κι αν διαρκέσει αυτή αναμονή, με κίνδυνο ακόμη και να πεθάνεις, ή θα διασχίσεις τα νερά, με κίνδυνο να σε παρασύρει το ρεύμα, κι όπου σε βγάλει; Όταν τα πάντα γύρω σου αλλάζουν με ιλιγγιώδεις ταχύτητες, δεν μπορείς να τα σταματήσεις, ούτε να μείνεις πίσω. Ακόμη κι αν δε το θες, κάποια στιγμή αναγκάζεσαι να ακολουθήσεις το ρεύμα της αλλαγής. Στην περίπτωση του ‘Αρτίστα’, ο φίλος μας ο George, ανήκει σε αυτούς που (εξαν)αναγκάζονται, καθώς θέλοντας και μη, τελικά ακολουθεί το ρεύμα, κι όπου τον βγάλει…

Άννα Σιούλα

αρτιστ9

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.