Η Περιφρόνηση

Posted: Απρίλιος 14, 2011 in Ανάλυση / Κριτική Ταινιών
Ετικέτες:

(του Δημήτρη Κεχρή)

 «Ο κινηματογράφος υποκαθιστά τον κόσμο σύμφωνα με τις επιθυμίες μας».

Με αυτή τη φράση του Andre Bazin ξεκινά μια από τις σημαντικότερες ταινίες του Jean-Luc Godard.

Η ιστορία απλή. Ο Αμερικανός παραγωγός Jeremy Prokosch ετοιμάζει την κινηματογραφική μεταφορά της Οδύσσειας. Αντιδρώντας στην καλλιτεχνική προσέγγιση του σκηνοθέτη του, Fritz Lang, προσλαμβάνει τον Paul Javal, συγγραφέα αστυνομικών ιστοριών και θεατρικών έργων, για να επεξεργαστεί το σενάριο σε μια πιο εμπορική κατεύθυνση.  Από τη στιγμή αυτή ξεκινά η αντίστροφη μέτρηση για τη σχέση του Paul με τη γυναίκα του Camille. Η σταδιακή αποξένωση ανάμεσα στον Paul και την Camille και η ταυτόχρονη πολιορκία που δέχεται η Camille από τον Prokosch την οδηγούν στην αγκαλιά του πανίσχυρου παραγωγού.

Το περιεχόμενο της ταινίας περιστρέφεται γύρω από δύο βασικούς άξονες.

Ο πρώτος άξονας αφορά την επιθυμία του καλλιτέχνη και ειδικότερα του κινηματογραφιστή, να κάνει ένα προσωπικό έργο ακολουθώντας το όραμά του, καθώς και τους περιορισμούς στους οποίους προσκρούει η επιθυμία αυτή και οι οποίοι πηγάζουν είτε από τις προσταγές της βιομηχανίας του θεάματος είτε από την ανάγκη βιοπορισμού. Η καλλιτεχνική πρόθεση του Fritz Lang υπονομεύεται από τον παραγωγό που αναθέτει στον Paul τη διασκευή του σεναρίου. Ο Paul από την άλλη, ενώ ενδιαφέρεται κυρίως για το θέατρο, υποκύπτει στην πρόταση του Prokosch λόγω της ανάγκης του για χρήματα. Ο Godard μάλιστα , δε διστάζει, με το στόμα του Fritz Lang, να ασκήσει ευθεία κριτική στο χολλυγουντιανό τρόπο παραγωγής ταινιών με βάση το κέρδος.

Ο δεύτερος άξονας αφορά τον έρωτα και πιο συγκεκριμένα την οπτική της γυναίκας σε μια ερωτική σχέση. Στη σχέση του Paul με την Camille αρχικά υπάρχει ένας έκδηλος ερωτισμός. Τα πράγματα αλλάζουν όταν εμφανίζεται με δυναμικό τρόπο ο Prokosch. O Paul κρατά μια στάση υποταγής απέναντι στον παραγωγό η οποία εκδηλώνεται και πέρα από τα όρια της επαγγελματικής συνεργασίας τους. Τον αφήνει να φλερτάρει απροκάλυπτα με τη γυναίκα του σε βαθμό που, στα μάτια της  Camille, μοιάζει να του την παραχωρεί. Η Camille νιώθει ότι ο Paul δε νοιάζεται πια για αυτήν, κάτι που σε συνδυασμό με το φλερτ του Paul με τη μεταφράστρια διογκώνει την μέχρι πρότινος υφέρπουσα ανασφάλειά της. Ο συμβιβασμός που έκανε ο Paul για τα λεφτά και η απάθειά του απέναντι στις ανησυχίες της Camille συντελούν στο γκρέμισμα της εικόνας του Paul στα μάτια της. Η Camille  τον κατηγορεί ότι αλλοτριώθηκε από το χρήμα και η ίδια προτάσσει την αντίσταση στην παγίδα των συμβάσεων. Ο Paul φαίνεται να αδυνατεί να αντιληφθεί την ουσία και αποκρίνεται απολογητικά: «Για σένα δουλεύω, για να έχεις αυτό το διαμέρισμα». Η επικοινωνία έχει χαθεί. «Σε περιφρονώ, γι’ αυτό δεν σε αγαπώ πια», αναφωνεί η Camille, θέτοντας έτσι τον προβληματισμό για το αν είναι δυνατόν να αγαπάς κάποιον  χωρίς να τον εκτιμάς.

contempt

Η ιστορία της Οδύσσειας χρησιμοποιείται για να αναδειχθεί μια άλλου τύπου Οδύσσεια που ζει ο πρωταγωνιστής. Ο Paul, ως άλλος Οδυσσέας, βιώνει έντονες εσωτερικές συγκρούσεις, προβληματίζεται για ζητήματα όπως η αξιοπρέπεια, το χρήμα, οι λεπτές ισορροπίες των διαπροσωπικών σχέσεων, η ερωτική αφοσίωση. Η Camille, ως άλλη Πηνελόπη, αρχικά αφοσιωμένη στον άντρα της, κλονίζεται από την έλλειψη μιας αντρίκιας στάσης απ’ την πλευρά του και εν τέλει υποκύπτει στην πολιορκία του επίμονου μνηστήρα. Ο Prokosch πάλι, εκτός από μνηστήρας θα μπορούσε να αντιστοιχεί και στο ρόλο ενός σύγχρονου Ποσειδώνα, ο οποίος με την εξουσία του επιδρά καθοριστικά στη ζωή του Paul – Οδυσσέα  και καταφέρνει να τον αποξενώσει από τη γυναίκα του.

Γίνεται έτσι φανερό το πώς αλληλοδιαπλέκονται οι δύο προαναφερθέντες άξονες και παράγουν αποτελέσματα των οποίων οι αιτίες δεν είναι φανερές με μια πρώτη ματιά.

Παράλληλα με αυτά, αξίζει να προσέξουμε διαφόρων ειδών παράπλευρά σχόλια που  κάνει ο Godard. Ένα απ’ αυτά αφορά τη γλώσσα και λαμβάνει χώρα στη σκηνή που ο Godard βάζει την Bardot να απαγγέλλει «άσεμνες» λέξεις με έναν εντελώς αθώο και τρυφερό τρόπο, χλευάζοντας, ουσιαστικά μια πτυχή της κρατούσας αντίληψης περί ηθικής. Ενδιαφέρον επίσης, παρουσιάζει η προσέγγιση του Godard στον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η μνήμη ή οι συνειρμικές σκέψεις, κάτι που κινηματογραφικά αποτυπώνεται με τη διαπλοκή οριζόντιας και κάθετης αφήγησης. Αξίζει ακόμα να σταθούμε σε μια από τις  τελευταίες σκηνές της ταινίας όπου η Camille βρίσκεται με τον Prokosch στο αυτοκίνητό του και μιλάνε διαφορετικές γλώσσες κάτι που υποδηλώνει την παντελή έλλειψη επικοινωνίας μεταξύ τους. Το τέλος της σκηνής τους βρίσκει νεκρούς μετά από τροχαίο. Ο φυσικός θάνατος της Camille ήρθε ως επιστέγασμα του «εσωτερικού» της θανάτου που είχε προηγηθεί, εφόσον διάλεξε ένα αδιέξοδο τρόπο ζωής, ξένο γι’ αυτήν, έναν κόσμο ρηχό που συμπυκνώνεται στο πρόσωπο του κυνικού εκατομμυριούχου. Αξιοθαύμαστο είναι επιπλέον, το γεγονός ότι ο Godard δεν έπεσε στην παγίδα να προβάλει την Bardot ως sex symbol. Αντιθέτως, την αξιοποίησε με τρόπο που ανέδειξε την τρυφερή, ανασφαλή γυναίκα που προβληματίζεται. Θα μπορούσε να θεωρηθεί και ένας έμμεσος χλευασμός απέναντι στους παραγωγούς της ταινίας, οι οποίοι θεωρούσαν ότι η Bardot λόγω της ομορφιάς της θα είναι η δύναμη της ταινίας. Τέλος, δεν θα πρέπει να μας διαφύγει και το σχόλιο που κάνει ο Godard επάνω στη θρησκεία βάζοντας τον  Fritz Lang να λέει: «οι θεοί δεν δημιούργησαν τον άνθρωπο, ο άνθρωπος δημιούργησε τους θεούς».

Συμπερασματικά, θα λέγαμε ότι το μεγαλείο αυτής της ταινίας έγκειται στους θεμελιώδεις προβληματισμούς που θέτει καθώς και στο γεγονός ότι αφήνει χώρο στο θεατή να ψάξει για τις δικές του απαντήσεις και να αποκαταστήσει τον κόσμο σύμφωνα με τις επιθυμίες του.

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.