Το Τελευταίο Τανγκό στο Παρίσι

Posted: Δεκέμβριος 28, 2010 in Ανάλυση / Κριτική Ταινιών
Ετικέτες:

(της Δανάης Βαή)

Το τανγκό: Ένας ερωτικός χορός. Φλογερός, με απότομες κινήσεις και κύρια χαρακτηριστικά το πιάσιμο-άγγιγμα (tangere), τους ελιγμούς και τους επιθετικούς αιφνιδιασμούς. Σε ζεύγη. Στην αρχή μεταξύ των πελατών στις αίθουσες αναμονής στα μπουρδέλα. Μετά μπήκε στα αστικά σαλόνια. Υπάρχουν ρόλοι. Ο χορευτής που έχει το ρόλο του καβαλιέρου είναι αυτός που οδηγεί την ντάμα. Κάπου άκουσα ότι αν δεν την οδηγήσει σωστά ή αν αυτή δεν υπακούσει σωστά, ο ένας από τους δύο αποκλείεται και διαλύεται το ζεύγος. Είναι λοιπόν ένα είδος μονομαχίας. Πάλη. Χορός συγκρούσεων και τόπος πάλης.

Το Τελευταίο Τανγκό στο Παρίσι του Bernardo Bertolucci (1972) ξεκινάει με έναν πρωταγωνιστή έρωτα και τελειώνει με έναν πρωταγωνιστή θάνατο. Πριν απ’το θάνατο, οι κύριοι ήρωες μας παρουσιάζονται σ’ένα διαγωνισμό τανγκό. Διαγωνισμός χορού σημαίνει πως όσο περνάει η ώρα κάποια ζεύγη αποκλείονται. Η Ζαν και ο Πολ φεύγουν λοιπόν από το χώρο του διαγωνισμού και συνεχίζουν τη δική τους μονομαχία. Η Ζαν κάνει τη χειρότερη σπασμωδική κίνηση, αλλά όχι στο χορό, ούτε στη σκακιέρα με ένα ‘ρουά ματ’. Τον σκοτώνει. Τον αποκλείει. Και ο έρωτας είναι πάλη αντιθέτων.
tango
Οι αντιθέσεις είναι απόλυτες.Στην ταινία μάλιστα είναι και εμφανέστατες: Το προφανές είναι ότι ο Τομ για τη Ζαν είναι η τυπική δέσμευση. Ο Πολ η ουσιαστική. Ο Τομ η πιεστική πραγματικότητα. Αφού την κινηματογραφεί σε κάθε της κίνηση.Αφού δεν είναι αυθόρμητος. Της λέει ότι δεν πρέπει να παίζουμε σαν παιδιά, κάποια στιγμή που τον καλεί στο διαμέρισμα όπου είχε περάσει την ερωτική σχέση με τον Πολ. Όταν της λέει «Θα σε παντρευτώ» της φοράει ένα σωσίβιο. Αυτό πέφτει κατά λάθος στο πηγάδι και βυθίζεται. Εκτός από φόρος τιμής στην “Αταλάντη’’ του Βιγκό ( το σωσίβιο γράφει πάνω “Αταλάντη’’ και θυμίζει τη σκηνή όπου ο ήρωας βουτάει στο ποτάμι και φαντάζεται ότι βλέπει τη γυναίκα του στο βυθό.) Συμβολίζει επίσης και την ψευτιά την κατασκευή της έννοιας της δέσμευσης ανάμεσά τους, σα να είναι η σχέση τους ένα ψεύτικο σωσίβιο. Ο Πολ είναι γι’αυτήν τo αντίθετο της ‘νόρμας’. Αυτός που την παρασύρει σε μια οργιαστική σαρκική σχέση μες στην οποία αναβιώνει ζωώδη ένστικτα με παιδικό αυθορμητισμό. Ο Τομ είναι αρχικά η φυλακή της και τελικά η δήθεν σωτηρία της. Ενώ ο Πολ στην αρχή είναι η διέξοδός της και μετά γίνεται η βασανιστική της εξάρτηση και καταπίεση. Τον Τομ τον απατάει αλλά στο τέλος καταλήγει σ’αυτόν για γάμο. Τον Πολ τον θέλει σαν τρελή, θα έκανε ό,τι κι αν της ζητούσε κι είναι ερωτευμένη μαζί του, όπως του εξομολογείται στο μπάνιο. Ίσως είναι η αληθινή της συμπλήρωση . Την αρνείται γιατί της συνταράζει τον δεδομένο κατασκευασμένο της κόσμο.
049schneiderbath_468x356
Οι αποκλειστικά σαρκικές συναντήσεις της Ζαν και του Πολ δείχνονται στο φακό να συμβαίνουν σε διαμέρισμα. Οι φωτισμοί εναλλάσονται συνέχεια ανάμεσα στο μέσα και στο έξω: Από ρεαλιστικοί-φωτεινοί στην πόλη σε χλωμούς κλειστοφοβικούς στο διαμέρισμα-σημείο συνάντησης. Η υπόλοιπη ζωή και των δύο καταγράφεται στο φακό στο περιβάλλον της πόλης (γέφυρα, δρόμοι, μετρό, πάρκο, μπιστρό). Ο Πολ στην πρώτη σκηνή, κάτω από τη γέφυρα είναι ένας απελπισμένος χήρος, κυνικός και πρόστυχος. Μέχρι να νοιώσει ότι την έχει ερωτευτεί την αντιμετωπίζει χρηστικά. Στο ίδιο σημείο κάτω από τη γέφυρα, ο Πολ στο τέλος της ταινίας είναι ανανεωμένος και ευτυχισμένος. Έχει πιάσει επίπεδα αισιοδοξίας: Η Ζαν νομίζει πως έχουν τελειώσει, αλλά της απαντάει: «Ό,τι τελειώνει, ξαναρχίζει». Κατά τη διάρκεια των συναντήσεών τους η Ζαν στην πραγματική της ζωή σχεδιάζει για το μέλλον να παντρευτεί τον Τομ. Στο άλλο άκρο ο Πολ τον καιρό των συναντήσεών τους περνάει περίοδο πένθους για την αυτοκτονία της γυναίκας του Ροζ, άρα είναι ήδη χήρος: Βλέπουμε τη Ζαν να κάνει πρόβα νυφικού, ενώ σε επόμενη σεκάνς ο Πολ αποχαιρετά τελευταία φορά τη γυναίκα του πλάι στο ανοιχτό φέρετρο.Θα δούμε ότι ο Μπερτολούτσι μας δείχνει πως η εύκολη λύση είναι η φθορά που προκαλούμε εμείς. Ακριβώς σαν τον απερίσκεπτο πυροβολισμό της Ζαν.
Last Tango
Στους τίτλους αρχής φαίνονται δύο έργα του Francis Bacon και μας προϊδεάζουν για κάτι: Για την περιβόητη φθορά. Λέγεται ότι οι Bertolucci και Brando είδαν έκθεση του Bacon στο Παρίσι τον καιρό των γυρισμάτων της ταινίας. Η υπαρξιακή απελπισία του Μπέικον συνδέεται με την απελπισία που προκαλεί η (μοιραία) φθορά. Η αίσθηση της φθοράς φαίνεται : -στην εικόνα στο μπάνιο όπου η γριά φοράει τη μασέλα και η Ζαν αηδιάζει. -Στα λόγια του Πολ στη γυναίκα του λόγω του μακιγιάζ που της έχουν βάλει: «είσαι σα καρικατούρα πόρνης.»- Στην επόμενη σκηνή ο φακός κάνει ζουμ στο πρόσωπο της πόρνης που ο Πολ συναντά έξω απ’την πολυκατοικία. Ταυτόχρονα με τη φθορά και το μασκάρεμα μας δείχνει ένα τεράστιο έντονο πάθος. Είναι ο αντίποδας. Που όμως κι αυτό στο τέλος θα δείξει την αντίθεσή του, τον θάνατο. Αυτόν τον θάνατο όμως δεν τον έφερε η μοίρα. Θα μπορούσαμε να λέγαμε ότι η Ζαν κρατάει το ρόλο της τραγικής μοίρας επειδή σκοτώνοντάς τον εκπληρώνει –χωρίς να το ξέρει– την επιθυμία του Πολ, ο οποίος είχε ευχηθεί να μπορούσε κι αυτός να αυτοκτονήσει σα τη γυναίκα του. Και ακόμα, ότι η τραγική μοιραία αυτή κίνηση γίνεται ώστε να μπει η αρχική τάξη των πραγμάτων, δηλαδή η σχέση τους να μην εισβάλει ποτέ στην καλά κατασκευασμένη πραγματικότητα της Ζαν. Γιατί αρχικά και οι δύο είχαν τον άλλον εκτός των τειχών της πραγματικότητάς τους. Ρωτώντας τη τ’όνομά της που μέχρι τότε ο ίδιος δεν ήθελε να μάθει, φανερώνει τις προθέσεις του: Να μπει στην πραγματικότητά της. Γίνεται αληθινός. Αυτό είναι το »σφάλμα» του και η ποινή είναι του θανάτου.Αλλά καλύτερα για μας, ας δεχτούμε ότι δεν υπάρχει μοίρα. Ότι οι κινήσεις μας πρέπει να είναι καλά υπολογισμένες προς την πραγματική ελευθερία. Έτσι συνδέονται οι αντιθέσεις με την άρνηση της μοιρολατρίας.
Η Ζαν μόλις τον σκοτώνει στο τέλος κατασκευάζει αμέσως μια πραγματικότητα: «θα πω ότι δεν τον ήξερα, ότι πήγε να με βιάσει…». Δεν αντιπροσωπεύει την τυπική ψυχρή »femme fatale». Η Ζαν μέχρι εκείνη την ώρα του πυροβολισμού παρουσιάζεται ως το γλυκό και μπερδεμένο κορίτσι. Πυροβολεί αντιδρώντας σαν φοβισμένη μικροαστή.Γιατί ετοιμάζει δικαιολογίες; Μήπως αυτές αποτελούν ένδειξη για το ότι ότι δεν τον αγάπησε πραγματικά; Ή μήπως ότι δεν αντιλήφθηκε την πραγματική πηγή καταπίεσής της; Απελευθερώνεται έτσι; Ποιος είναι ο εχθρός; Η προηγούμενη πραγματικότητα; Όλοι προσπαθούν να δραπετεύσουν ορμώντας στα καταφύγιά τους: Για τη Ζαν είναι η σχέση με τον Πολ και στο τέλος ο γάμος με τον Τομ. Για τον Πολ μόνο η Ζαν. Για τον Τομ το σινεμά, το αφήνει να μπει ακόμα και μέσα στις προσωπικές του στιγμές μέσω του »direct cinema», που μοιάζει με ντοκυμαντέρ της ζωής του την ώρα που συμβαίνει. Για την Ροζ, τη γυναίκα του Πολ, ήταν η αυτοκτονία-δεν ξέρουμε τίποτα άλλο γι’αυτή. Τί είναι όμως αυτό που τους πνίγει; Με το να δραπετεύουν απλώς καταστρέφονται. Και δεν εντοπίζουν τον εχθρό. Ποιες πραγματικές αρχικές συνθήκες καταπίεσης υπάρχουν; Τι τους οδηγεί σε λάθος κινήσεις; Το ότι ψάχνουν την απελευθέρωση. Μιλώντας όχι τόσο για την εποχή της «σεξουαλικής απελευθέρωσης» που επικρατούσε απλώς ως τάση στην εποχή της ταινίας. Όσο για το ερώτημα της ελευθερίας προεκτεινόμενη σε όλες τις εποχές. Όπως ρητορικά ρωτάει η πρώην πολιτική κρατούμενη Έλλη Παππά: «Ελευθερία για ποιον -από ποιον- από τι;»

Advertisements

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.